της Σταυρούλας Κωνσταντάκου-Οικονόμου.

 

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις.
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές και μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

(απόσπασμα από το ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη: «Να μάθεις να φεύγεις».)

 

Εν μέσω καλοκαιριού, όλοι μας παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τα φαινόμενα γυναικοκτονίας των τελευταίων ημερών. Είναι ασύλληπτος ο πόνος των οικογενειών που θρηνούν τα αδικοχαμένα παιδιά τους. Και μάλιστα χαμένα από το χέρι εκείνων που τους είχαν υποσχεθεί την ευτυχία! Αλλά, τελικά, τις οδήγησαν στον θάνατο, είτε γιατί διαφώνησαν μαζί τους (όπως στην περίπτωση της Γαρυφαλλιάς) είτε γιατί τα θύματα, μεγαλώνοντας, ανέπτυξαν διαφορετικές στάσεις απέναντί τους και απόψεις οι οποίες γκρέμιζαν τους θύτες από το βάθρο της παντοδυναμίας τους (όπως στην περίπτωση της Καρολάιν). Και πόσα άλλα επεισόδια βίας και κακοποίησης καταγράφονται καθημερινά σε όλον τον κόσμο!

Γέμισε λοιπόν αυτός ο πλανήτης τα τελευταία χρόνια από ναρκισσιστικές, αντικοινωνικές και μεθοριακές διαταραχές της προσωπικότητας, που, με περίσσεια μαεστρία και σαγήνη, διεκδικούν το αντικείμενο της επιθυμίας τους,που συνήθως πρόκειται για ενοχικά και αδύναμα άτομα και πάνω τους χτίζουν την παντοδυναμία τους δημιουργώντας τις συνθήκες εκείνες που θα τους επιτρέψουν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο σώμα και την ψυχή του Άλλου. Άλλωστε, πίσω από την τάση τους για ναρκισσιστική επιβεβαίωση επάνω στον Άλλον, κρύβεται η μικρή ανοχή τους στη ματαίωση και ένας βαθιά ριζωμένος πρωτόγονος φθόνος από τον κατακερματισμένο και διαλυμένο ψυχισμό. Αυτός κινείται χωρίς τις εσωτερικευμένες απαγορεύσεις και όρια του εαυτού. Και βέβαια, η επίλυση της γελοιοποίησής τους από την άποψη του Άλλου δεν μπορεί να είναι άλλη από τον αφανισμό του Άλλου!

Στοχεύσαμε ως γονείς στη μόρφωση των παιδιών μας, υπερτονίσαμε τον παράγοντα αυτό και ξεχάσαμε ότι το συναισθηματικό τους κενό δεν καλύπτεται από επαίνους και χατίρια για επιβράβευση των σχολικών επιτυχιών τους και μόνο. Και τα βλέπουμε, ενήλικες πια, να είναι κενοί συναισθηματικά και να συμπεριφέρονται εγωκεντρικά, πρώτα σε εμάς και μετά σε όλους όσοι σχετίζονται μαζί τους. Και στη συνέχεια, οι ενοχές τους, ναρκισσιστικού τύπου και πάλι, περιορίζονται μόνο στο πώς θα μειώσουν την ποινή τους και πώς θα περάσουν ανώδυνα την περίοδο της τιμωρίας τους. Κάνουν χρήση των πρώιμων μηχανισμών της διχοτόμησης, που τους οδηγούν να μιλούν για έγνοια και ενδιαφέρον, όμως, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ξεπέρασαν τα όρια του εαυτού τους.

Παιδιά που με απόγνωση αποζητούν τη σχέση και, την ίδια στιγμή, φαλκιδεύουν το βασικό συστατικό της, που δεν είναι άλλο από τον σεβασμό στη διαφορετικότητα του άλλου. Και τα θύματα είναι άτομα που εύκολα ενοχοποιούν τους εαυτούς τους για τα λάθη τους και τις τύψεις που τους προκαλούν οι άλλοι. Και είναι πια αργά όταν συνειδητοποιούν ότι το μοναδικό τους λάθος είναι ότι επέτρεψαν στους άλλους να πιστεύουν ότι η κακοποίηση και η κυριαρχία έχει το χρώμα του έρωτα και της διεκδίκησης.

*Διάβασα κάπου ότι ειπώθηκε από οικείο πρόσωπο της Καρολάιν ότι το ζευγάρι είχε παράξενη σχέση, ότι παρακολουθούσε ο ένας τον άλλο και ότι η ίδια έκανε ξεσπάσματα θυμού. Μα έτσι είναι η φωνή ενός κοριτσιού του οποίου ματαιώθηκαν τα όνειρα και το οποίο, προσπαθώντας να ξεφύγει από την εξάρτηση,αδύναμο να υποστηρίξει ώριμα την άποψή του , φοβάται ότι κάποια άλλη μπορεί να καταφέρει να ακουστεί η επιθυμία της σε έναν αμετακίνητο συναισθηματικά άνδρα.

«Ήταν η κακιά ώρα» ή «δεν κόλλησε η φάση» ήταν κάποιες από τις επιφανειακές απαντήσεις που έδωσαν οι θύτες και πέταξαν από πάνω τους την ευθύνη για το κακό που σκόρπισαν. Μεγαλώσαμε τα παιδιά μας σε μια «υπέροχη» ναρκισσιστική κοινωνία, όπου η απόλαυση έχει πάρει τον δρόμο του καταναγκασμού και η αναχαίτισή της βαφτίζεται ηττοπάθεια. Ξεχάσαμε την ομορφιά του σεβασμού στη διαφορετικότητα του Άλλου και εκμηδενίσαμε την αξία του αντικειμένου της επιθυμίας μας, που χάθηκε στον κυνισμό ενός άκρατου – σχεδόν αυτιστικού – ατομικισμού της απόλαυσης. Και αντί η επιθυμία να δώσει ώθηση (όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως) για ζωή, έγινε ενόρμηση θανάτου και καταστροφής.

Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε πολύ το τσίρκο και, από όλο το πρόγραμμα του τσίρκου, πιο πολύ μου άρεσαν τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας, που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στη διάρκεια της παράστασης, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου του και της δύναμής του. Όμως, μετά την παράσταση, και λίγο πριν επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν συνεχώς δεμένος σε ένα μικρό ξύλο, καρφωμένο στο έδαφος… Θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.

Απόσπασμα από τις διηγήσεις του Χορσέ Μπουκάι

 

            Πριν δύο μήνες περίπου αποφασίστηκε η εφαρμογή της υποχρεωτικής καραντίνας για την αντιμετώπιση του «αόρατου εχθρού». Ο μονοκύτταρος οργανισμός φάνταζε τεράστιος και απειλητικός και ο παντοδύναμος άνθρωπος έμοιαζε ξαφνικά μικρός και αδύναμος.

 Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι οι ψυχολογικές συνέπειες της υποχρεωτικής καραντίνας είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές μιας εθελοντικής. Στην πρώτη περίπτωση, το άγχος εγκλωβισμού, η αδυναμία ελέγχου της καθημερινότητάς μας, η διαταραχή του προγράμματός μας, προκαλούν μεγάλη συναισθηματική αστάθεια. Αντίθετα, στη δεύτερη, το αίσθημα σπουδαιότητας, ηρωισμού και αλτρουιστικής συμπεριφοράς ανασύρουν πιο ώριμους μηχανισμούς διαχείρισης της δύσκολης για όλους αυτής κατάστασης.

            Όμως, οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία για τη ζωή των ανθρώπων η επιλογή της υποχρεωτικής καραντίνας είναι οι εξής:

            Ένα τραυματικό γεγονός, όπως αυτό που διαδραματίστηκε την περίοδο εκείνη, ακολουθεί τα στάδια του πένθους. Ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δαπανάται με την άρνηση, τον θυμό, τη διαπραγμάτευση, την κατάθλιψη και την αποδοχή, έως ότου να επέλθει η τελική προσαρμογή των ανθρώπων. Και στην περίπτωσή μας, χρειαζόταν μια άμεση παρέμβαση. Άλλωστε, η μετάβαση από την υποχρεωτική στην εθελοντική καραντίνα είναι πιο εύκολη και ελέγξιμη από τους ειδικούς της υγείας και την πολιτική ηγεσία.

            Ο πρώτος μεγάλος κίνδυνος, ωστόσο, που ήδη διαφαίνεται, είναι ότι η παρατεταμένη σε διάρκεια καραντίνα και η στέρηση της ελευθερίας, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική εξάντληση και το άγχος για τυχόν επανάκαμψη της νόσου, μπορεί να προκαλέσει αντιφοβικές αντιδράσεις, παρορμητικές συμπεριφορές και πρώιμες εκδραματίσεις, όπως μαζικές και υπεράριθμες συγκεντρώσεις και παραβίαση των περιοριστικών μέτρων απόστασης που καλούμαστε να τηρήσουμε τώρα.

            Ο δεύτερος μεγάλος κίνδυνος δεν αφορά στον γενικό πληθυσμό, αλλά στους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας. Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο βρετανικό περιοδικό “The Lancet”, έδειξε ότι το 10% των επαγγελματιών υγείας εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης έως και τρία χρόνια μετά από κάποια κρίση. Ο κίνδυνος αλκοολισμού, η αυτο-συνταγογράφηση και οι συμπεριφορές αποφυγής σε θαλάμους ασθενών είναι κάποια από τα συμπτώματα αυτά. Τρεις έως έξι μήνες μετά, όταν θα αυξηθούν οι απαιτήσεις της εργασίας, αναμένεται ότι τα συμπτώματα θα αυξηθούν σε ένταση και διάρκεια.

            Τι διδαχθήκαμε λοιπόν από αυτήν την περιπέτεια;

  • Το αίσθημα παντοδυναμίας που χαρακτηρίζει τα τελευταία χρόνια τον άνθρωπο, ο οποίος θεωρεί ότι κατέχει τον απόλυτο ελέγχο, είναι μια ψευδαίσθηση. Κι αυτό επειδή στο κυρίαρχο σύστημα αξιών και προτεραιοτήτων, το θέμα της υγείας αποτελούσε αυτονόητη και δεδομένη αξία, με αποτέλεσμα να μην του αποδίδεται η προσήκουσα σημασία.
  • Ο άνθρωπος ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην απειλή και τον φόβο. Ανάλογα με τη δομή της προσωπικότητάς του, κάθε άτομο χρησιμοποιεί είτε ώριμους είτε πρώιμους μηχανισμούς.
  • Η απειλή γεννά, ταυτόχρονα, ενδοψυχική σύγκρουση ανάμεσα στη φυγή και την πάλη. Αυτό συχνά προκαλεί εκτόνωση του άγχους μέσω της σωματοποίησης.
  • Πειθαρχήσαμε στην παρορμητική και ανοριοθέτητη ανάγκη μας για εκδραματίσεις, δικές μας και των παιδιών μας, όπως ανούσιες εξόδους, έντονη διασκέδαση, άσκοπη κατανάλωση.
  • Συνειδητοποιήσαμε την αξία ανθρώπων όπως οι υπερήλικοι συγγενείς μας, και τη σημασία των όσων μας έχουν προσφέρει.
  • Μάθαμε να συμβιώνουμε με τους οικείους μας και να διακρίνουμε τις θετικές και αρνητικές πλευρές της συμπεριφοράς μας προς αυτούς.
  • Διδαχθήκαμε πώς να νοιαζόμαστε για τον διπλανό μας, έστω κι αν αυτό προέρχεται από την ανάγκη για προφύλαξη του δικού μας εαυτού.
  • Για πρώτη φορά ο χρόνος προσέλαβε μεγάλη αξία και η διαθεσιμότητα χρόνου μας έδωσε τη δυνατότητα να συλλογιστούμε, να αισθανθούμε και να προβούμε σε ενδοσκόπηση.
  • Το άγχος του αφανισμού και ο αρχαϊκός φόβος του θανάτου μας οδήγησαν σε επιστράτευση των ψυχικών μας μηχανισμών, προκειμένου να ανακτήσουμε τον έλεγχο. Εδώ, όμως, η έλλειψη πληροφόρησης για τον ιό και τη θεραπεία του κατέστησε ανίσχυρους τόσο εμάς όσο και την επιστημονική κοινότητα. Αυτό προκάλεσε κάποια έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους ειδικούς, την ίδια στιγμή που υπήρχε έντονη ανάγκη για απαντήσεις στα ερωτήματά μας. Σε συνδυασμό με τον έντονο φόβο, οδήγησε σε άτακτη οργάνωση και υπερ-ανάλυση των γεγονότων. Έτσι, έδωσε ζωτικό χώρο στα συνωμοσιολογικά σενάρια ώστε να αναπτυχθούν και να διαδοθούν κατά την επίμαχη περίοδο.

                  Ας μην ξεχάσουμε τις θετικές και αρνητικές συνέπειες της περιόδου εκείνης και ας συνεχίσουμε να προφυλάσσουμε εμάς και τους οικείους μας από έναν κίνδυνο που συνεχίζει να υπάρχει. Ας τηρήσουμε τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, ώστε να μην τον αφήσουμε να μας υπενθυμίσει την παρουσία του εξαιτίας δικής μας αμέλειας.

 

 

                                           ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

                                                          Κλινική ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια

Της Ιωάννας Συντήλα

Περίληψη

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να περιγράψει τον ρόλο και την χρησιμότητα του παιχνιδιού και των τεχνικών της παιγνιοθεραπείας (ΠΘ) στη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (ΓΣΘ) παιδιών και εφήβων, καθώς και να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο συνδυασμός των δύο μορφών θεραπείας και τα προγράμματα που έχουν αναπτυχθεί και εφαρμοστεί κάτω από αυτή τη συλλογιστική. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε αναζήτηση άρθρων, με ηλεκτρονική πρόσβαση από τις βιβλιοθήκες του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, καθώς και βιβλίων και διπλωματικών σχετικών με το θέμα, με πρόσβαση από τη βιβλιοθήκη ¨Κωνσταντίνος Ευθυμίου¨ του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το παιχνίδι καθίσταται απαραίτητο στη δουλειά με τα παιδιά και τους εφήβους και η γνωσιακή συμπεριφοριστική παιγνιοθεραπεία (ΓΣΠΘ) αποτελεί αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση για μια πληθώρα διαταραχών της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας. Αναπτυξιακά κατάλληλα για κάθε ηλικία παιχνίδια και τεχνικές παιχνιδιού εντάσσονται σε όλα τα στάδια της θεραπείας, συμβάλλοντας στην δημιουργία και εγκαθίδρυση μιας καλής θεραπευτικής σχέσης, στην αποτελεσματικότερη ψυχοεκπαίδευση των συμμετεχόντων, στην γνωσιακή αναδόμηση δυσλειτουργικών πεποιθήσεων και στην εκπαίδευση απαραίτητων κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων. Δομημένα προγράμματα ΓΣΠΘ πρόληψης κι αντιμετώπισης ψυχολογικών δυσκολιών σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο παρέχουν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των ειδικών που δουλεύουν με παιδιά, εφήβους και τις οικογένειές τους.

 

Λέξεις – κλειδιά: παιχνίδι, παιγνιοθεραπεία, γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία, θεραπευτικά προγράμματα, παιδιά, έφηβοι

 

Εισαγωγή

Η γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (ΓΣΘ) είναι μια επιστημονικά τεκμηριωμένη θεραπεία με ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών (1).  Στηρίζεται στην βασική αρχή ότι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές του ατόμου καθορίζονται από τον τρόπο που σκέφτεται και βάσει του οποίου δομεί τον κόσμο. Οι σκέψεις του βασίζονται στα σχήματα, δηλαδή στα συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει από προηγούμενες εμπειρίες αλλά και από γονεϊκές και κοινωνικές επιδράσεις. Λανθασμένη μάθηση και λανθασμένα συμπεράσματα για τον εαυτό, τους άλλους και το μέλλον θεωρείται ότι συμβάλλουν στη δημιουργία ή διατήρηση κι επιδείνωση των ψυχολογικών δυσκολιών (2,3). Η συγκεκριμένη μορφή θεραπείας, είναι δομημένη, κατευθυντική και συχνά βραχύχρονη. Εστιάζει στη διόρθωση των δυσλειτουργικών σκέψεων και των αρνητικών συμπεριφορών, ώστε το άτομο να ανακτήσει την λειτουργικότητά του (4). Ωστόσο, η εφαρμογή των ΓΣ τεχνικών και πρωτοκόλλων, όπως εφαρμόζονται στους ενήλικες, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε παιδιά κι εφήβους χωρίς τροποποιήσεις. Τόσο στην περίπτωση μικρότερων παιδιών που δεν έχουν ακόμα καλά ανεπτυγμένες γλωσσικές και γνωστικές ικανότητες, όσο και στην περίπτωση μεγαλύτερων παιδιών και εφήβων που δεν έχουν ιδιαίτερο κίνητρο για να κατανοήσουν και να συνεργαστούν με τις ΓΣ τεχνικές (π.χ. δεν επιθυμούν να κάνουν τις εργασίες για το σπίτι, αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, έχουν μειωμένο εύρος προσοχής και η συνεδρία πραγματοποιείται μετά από μια κουραστική ημέρα στο σχολείο), είναι αναγκαία η αναπτυξιακά κατάλληλη προσαρμογή των ΓΣ πρωτοκόλλων (5). Η παιγνιοθεραπεία (ΠΘ), που αποτελεί, μια θεραπευτική παρέμβαση με υπόβαθρο από διάφορες ψυχολογικές θεωρίες και είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη ανά τα χρόνια για την αποτελεσματικότητά της σε παιδιά και εφήβους (6), μπορεί να συνδυαστεί με τις ΓΣ τεχνικές και δίνει λύση στο ανωτέρω πρόβλημα.

Η σημασία του παιχνιδιού στη θεραπευτική  προσέγγιση παιδιών

Το παιχνίδι είναι αναπόσπαστη δραστηριότητα της καθημερινότητας των παιδιών και η σημασία του στη ζωή τους είναι σημαντική. Συμβάλει στη γνωστική, συναισθηματική, κινητική και κοινωνική τους ανάπτυξη (7). Αποτελεί τη «φυσική» τους γλώσσα, το μόνο και πιο ισχυρό μέσο που έχουν από πολύ μικρή ηλικία για να εκφράσουν τι σκέφτονται και τι αισθάνονται. Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά μαθαίνουν, πειραματίζονται, ευχαριστιούνται, απογοητεύονται και ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Ωριμάζουν και γίνονται υπεύθυνα. Μοιράζονται ρόλους και ευθύνες, επιλύουν προβλήματα, σχεδιάζουν ιστορίες και προσποιούνται πως είναι κάποιος άλλος, αναπτύσσοντας, έτσι, έμμεσα την ικανότητα της ενσυναίσθησης (5,7).  

Το να αποδώσει κανείς μ’ έναν και μοναδικό ορισμό όλες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που απαρτίζουν το παιχνίδι καθίσταται αρκετά δύσκολο. Ανά τα χρόνια, παρατηρούμε να θεωρείται μεταξύ άλλων μέσο αφομοίωσης των γνώσεων- εμπειριών (8), μέσο γνώσης κι ανάπτυξης (9) και τρόπος έκφρασης συναισθημάτων και εμπειριών (10).  

Οι μορφές του παιχνιδιού (π.χ. φυσικό παιχνίδι, συμβολικό παιχνίδι, παιχνίδι προσποίησης ρόλων, παιχνίδι με κανόνες) και η εξέλιξή του είναι ανάλογα της ανάπτυξης των παιδιών, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τις εκάστοτε ηλικιακής κατηγορίας. Ακόμα όμως και παιδιά διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικής κουλτούρας μπορούν να επικοινωνήσουν μέσω του παιχνιδιού, ξεπερνώντας εθνικές, γλωσσικές και άλλες διαφορές.(5)

Σύμφωνα με την Drewes (5), το παιχνίδι, από μόνο του, έχει θεραπευτικές ιδιότητες, ενώ σε συνδυασμό με αποτελεσματικές θεραπευτικές μεθόδους γίνεται ένας εν δυνάμει παράγοντας αλλαγής στη θεραπεία παιδιών και εφήβων. Η ΠΘ ορίζεται ως «η συστηματική χρήση ενός θεωρητικού μοντέλου για την εγκαθίδρυση μιας διαπροσωπικής διαδικασίας, στην οποία οι εκπαιδευμένοι παιγνιοθεραπευτές χρησιμοποιούν τις θεραπευτικές ιδιότητες του παιχνιδιού για να βοηθήσουν τους πελάτες να προλάβουν ή να επιλύσουν ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και να επιτύχουν τη βέλτιστη ανάπτυξη κι εξέλιξη»(11).

Ο Schaefer (12) υποστηρίζει ότι το παιχνίδι αποτελείται από πολλές συγκεκριμένες πανίσχυρες ιδιότητες, αν και αυτές δεν είναι πάντα ορατές (Πίνακας 1). Η κατανόηση αυτών ως μέσων αλλαγής βοηθάει τον θεραπευτή να επιτελέσει πιο αποτελεσματικά το ρόλο του και πάντα ανάλογα με τις θεραπευτικές ανάγκες κάθε παιδιού (13). Σύμφωνα με τον Schaefer (12), αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες ή θεραπευτικοί μηχανισμοί του παιχνιδιού είναι 25. Στους σημαντικότερους αυτών, περιλαμβάνονται η αυτοέκφραση (παιδιά 2-10 χρονών που συχνά δυσκολεύονται να εκφράσουν λεκτικά τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους επικοινωνούν μέσω του παιχνιδιού το βίωμά τους), η πρόσβαση στο ασυνείδητο (ασυνείδητες επιθυμίες και παρορμήσεις των παιδιών μπορούν μέσω των κατάλληλα επιλεγμένων από τον θεραπευτή υλικών και παιχνιδιών να αποκαλυφθούν), η διευκόλυνση της μάθησης  [το παιχνίδι διατηρεί το ενδιαφέρον και την προσοχή των παιδιών, με αποτέλεσμα να διευκολύνει τη μάθηση περισσότερο προσαρμοστικών σκέψεων και συμπεριφορών, όπως κοινωνικών δεξιοτήτων, ιδίως όταν τα παιδιά εμπλέκονται σε αυτό πιο ενεργά (χρήση ιστοριών – αφηγήσεων, κούκλων, παιχνιδιών ρόλων)], η ψυχοκάθαρση (με την επαναλαμβανόμενη αναπαράσταση, μέσω του παιχνιδιού, τραυματικών και στρεσσογόνων καταστάσεων, το παιδί αποκτά δύναμη και έλεγχο στη διαχείρισή τους), η μείωση του στρες (stress-inoculation) – το παιδί παίζει με κούκλες το επερχόμενο στρεσσογόνο γεγονός (π.χ. γέννηση αδερφού, έναρξη σχολείου, μετακόμιση) και εξοικειώνεται με αυτό, ξέρει τι να περιμένει και μαθαίνει τρόπους αντιμετώπισης του στρες, η αντικατάσταση μιας μη επιθυμητής/ αρνητικής αντίδρασης με μια επιθυμητή/ θετική αντίδραση (counter-conditioning) – για παράδειγμα το παιδί  παίζοντας σκοτεινό δωμάτιο μπορεί να μειώσει το φόβο του για το σκοτάδι ή παίζοντας παιχνίδι ρόλων με νοσοκομειακά – ιατρικά υλικά (κάνοντας υποθετική ένεση σε μια κούκλα) μπορεί να μειώσει το άγχος του για το νοσοκομείο ή τις ενέσεις, η προαγωγή του θετικού συναισθήματος (η εμπλοκή στο παιχνίδι συμβάλει σε αυξημένη αίσθηση ευεξίας και μείωση άγχους ή καταθλιπτικού αισθήματος), η ενίσχυση της σχέσης και του δεσμού μεταξύ γονέα και παιδιού (ο γονέας συμμετέχει στη συνεδρία και διδάσκεται τρόπους να παίζει με το παιδί, ώστε να δημιουργούν και να βιώνουν θετικές εμπειρίες μεταξύ τους), η ανάπτυξη ηθικής κρίσης (όχι απλών κανόνων που μπαίνουν από τους ενήλικες), η ανάπτυξη της ικανότητας της ενσυναίσθησης και  η ενίσχυση της επάρκειας και της αίσθησης εαυτού (12). 

 

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Για πρώτη φορά, το παιχνίδι χρησιμοποιήθηκε ως θεραπευτικό μέσο τη δεκαετία του 1920 από τον Hermione Hug-Hellmuth (14) και στη συνέχεια από θεραπευτές ψυχαναλυτικής προσέγγισης, όπως την Anna Freud, την Margaret Lowenfeld και την Melanie Klein (14, 15). Την ίδια περίοδο, η Virginia Axline, επηρεασμένη από την προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers, δημοσιεύει τη δουλειά της πάνω στην παιδοκεντρική παιγνιοθεραπεία και την αποτελεσματικότητα αυτής (5). Οι Louise Guerney και Garry Landreth συνεχίζουν τη διάδοση της παιδοκεντρικής παιγνιοθεραπείας, ενώ ο Clark Moustakas προσπαθεί να ενσωματώσει τις αρχές της υπαρξιακής θεωρίας στη δουλειά με τα παιδιά κι ασχολείται με τη σχέση του παιγνιοθεραπευτή και του παιδιού (relationship play therapy) (7). Εν συνεχεία, ο Violet Oaklander αναπτύσσει τη βασισμένη στην gestalt παιγνιοθεραπεία (gestalt-based play therapy), οι Bernard και Louise Guerney αναπτύσσουν την «υική ή θυγατρική θεραπεία» (filial therapy), διδάσκοντας στους γονείς να χρησιμοποιούν την παιγνιοθεραπεία στο σπίτι και η Susan Knell χρησιμοποιεί ευρέως τον συνδυασμό της ΓΣΘ με την ΠΘ σε παιδιά κι εφήβους  (7). Η παιγνιοθεραπεία, όπως γίνεται φανερό, δεν έχει διαμορφωθεί από μια μοναδική προσέγγιση, αλλά περιλαμβάνει στοιχεία από πολλές προσεγγίσεις και θεωρητικές απόψεις.

Παραδοσιακά λοιπόν, η ΠΘ είχε επίκεντρο το παιδί και ήταν μη κατευθυντική (16). Πλέον όμως, δεν είναι πάντα μη κατευθυντική (π.χ. ο θεραπευτής εξίσου με το παιδί επιλέγει τα υλικά και τις δραστηριότητες), ενώ συμπεριλαμβάνει στη διαδικασία τους γονείς, αλλά και άλλα μέσα, πέραν των παραδοσιακών, όπως το δράμα, τη μουσική, το χορό, την ποίηση και υλικά όπως η άμμος κ.ο.κ. (15). Η ΓΣΠΘ, με τη μορφή που έχει σήμερα, είναι δομημένη, κατευθυντική και προσανατολισμένη στο στόχο (ο θεραπευτής θέτει τους στόχους μαζί με τους γονείς και το παιδί κι ακολούθως γονείς και θεραπευτής βοηθούν το παιδί να τους πετύχει). Περιλαμβάνει εμπειρικά τεκμηριωμένες ΓΣ τεχνικές που παρουσιάζονται στο παιδί μέσω παιχνιδιού και επιτρέπει τον εμπειρικό έλεγχο των θεραπευτικών αποτελεσμάτων (17).

Υλικό και Μέθοδοι

Για την αναζήτηση των άρθρων της παρούσας εργασίας, πραγματοποιήθηκε ηλεκτρονική αναζήτηση μέσω της ηλεκτρονικής τοποθεσίας των βιβλιοθηκών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης[1]. Οι όροι-λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση ήταν: cognitive behavioral therapy, play therapy, play therapy techniques, cognitive behavioral play therapy, therapeutic programs. Για τον σκοπό της παρούσας ανασκόπησης επιλέχθηκαν αγγλόφωνα άρθρα που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία 60 χρόνια κι εστίαζαν στον συνδυασμό των δύο μορφών θεραπείας – της ΠΘ και της ΓΣΘ – για την αντιμετώπιση διάφορων ψυχολογικών διαταραχών. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε αναζήτηση βιβλίων και διπλωματικών στην βιβλιοθήκη “Κωνσταντίνος Ευθυμίου” του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς. Οι όροι-λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση στα αγγλικά χρησιμοποιήθηκαν και στα ελληνικά (γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία, παιγνιοθεραπεία, τεχνικές παιγνιοθεραπείας, γνωσιακή συμπεριφοριστικής παιγνιοθεραπεία, θεραπευτικά προγράμματα).

Ευρήματα

Η χρήση του παιχνιδιού στη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία

Η θεραπεία με τη χρήση παιχνιδιού έχει πολλά να προσφέρει στην αυξανόμενη χρήση των επιστημονικά τεκμηριωμένων ΓΣ θεραπειών και αμφίδρομα η ΓΣΘ έχει να προσφέρει στη θεραπεία μέσω παιχνιδιού. Το παιχνίδι βοηθάει το ΓΣ θεραπευτή να αποκτήσει πρακτικές δεξιότητες και τεχνικές, ώστε να επικοινωνεί με τα παιδιά με το φυσικό τους μέσο έκφρασης και να τα βοηθάει να εμπλέκονται στην θεραπεία και να διατηρούν την προσοχή τους, όταν η διαδικασία δεν είναι τόσο δελεαστική και ενδιαφέρουσα γι’ αυτά (π.χ. στο στάδιο της ψυχοεκπαίδευσης). Επιπρόσθετα, συμβάλλει στην δημιουργία και διατήρηση μιας καλής θεραπευτικής σχέσης, καθώς μέσω του παιχνιδιού, τόσο τα μικρότερα παιδιά που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά λεκτικά, όσο και τα μεγαλύτερα που δείχνουν αντίσταση στη θεραπευτική διαδικασία, νιώθουν άνετα και ότι βρίσκονται σ’ ένα ασφαλές πλαίσιο, στο οποίο μπορούν να εκφραστούν και να είναι ο εαυτός τους (18). Η ΓΣΘ από την πλευρά της παρέχει μια ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση που επιτρέπει τη γενίκευση των δεξιοτήτων που αποκτώνται και σε άλλα πλαίσια εκτός θεραπείας. Συμβάλλει στην αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με τη ρύθμιση του συναισθήματος, την αυτοεκτίμηση, την επίλυση προβλημάτων, καθώς και ελλειμμάτων στις κοινωνικές δεξιότητες (5).

H ενσωμάτωση του παιχνιδιού στη ΓΣΘ, μέσω αναπτυξιακά κατάλληλων για κάθε παιδί παιχνιδιών, έχει βρεθεί να είναι αποτελεσματική για την αντιμετώπιση μιας πλειάδας διαταραχών, κυρίως για παιδιά προσχολικής ηλικίας (17), αλλά και για μεγαλύτερα παιδιά, μέχρι 12 ετών. Στην περίπτωση των εφήβων, σαφώς υπάρχουν ΓΣ τεχνικές που ενσωματώνουν το παιχνίδι, αλλά δεν είναι τόσο απαραίτητες σε όλα τα στάδια της θεραπευτικές διαδικασίας, όσο στην περίπτωση παιδιών 4-12 ετών[2].

 

Τρόπος συγκερασμού ΓΣΘ με ΠΘ

Το παιχνίδι εντάσσεται στην ΓΣΘ παιδιών σε όλα τα στάδια. Στο αρχικό στάδιο, οι γονείς, κατόπιν συνάντησης και κατευθυντήριων οδηγιών με τον γνωσιακό συμπεριφοριστικό παιγνιοθεραπευτή, προετοιμάζουν το παιδί για τη θεραπεία. Σε επόμενο στάδιο ακολουθεί η διαγνωστική αξιολόγηση των προβλημάτων που παρουσιάζει το παιδί, μέσω της παρατήρησης του παιδιού, συνέντευξης με τους γονείς, ερωτηματολογίων συμπλήρωσης από τους γονείς, αυτοσυμπληρούμενων ημιτελών προτάσεων από τα παιδιά (sentence completion tests) (19) και για μικρότερα παιδιά πιο απλές ημιτελείς προτάσεις, που παρουσιάζονται στα νήπια με κούκλες, δίνοντάς τους το παράδειγμα του πώς να απαντήσουν (puppet sentence completion task) (19). Επόμενο στάδιο, το «μεσαίο στάδιο», περιλαμβάνει τον θεραπευτικό σχεδιασμό – παρέμβαση, με στόχο την αύξηση του αυτοελέγχου του παιδιού, της αίσθησης επάρκειας και της εκμάθησης πιο λειτουργικών αντιδράσεων σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Επιπρόσθετα, πραγματοποιούνται γενίκευση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων και πρόληψη υποτροπής. Στο τελικό στάδιο γονείς και παιδί προετοιμάζονται για τον τερματισμό της θεραπείας (20).

Η βασική δομή της ΓΣΘ με τον συγκερασμό της με την ΠΘ παραμένει αμετάβλητη, αλλά τροποποιούνται οι τρόποι ολοκλήρωσης κάθε θεραπευτικού σταδίου (4, 5, 7, 17) (Πίνακας 2).

Στο στάδιο της ψυχοεκπαίδευσης, αντί των λεκτικών-αναγνωστικών μεθόδων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν: α) κούκλες, με τη βοήθεια των οποίων ο θεραπευτής απεικονίζει τις απαραίτητες πληροφορίες, β)  κάρτες με σύντομες περιγραφές αντί ενός φυλλαδίου, γ) κάρτες με φωτογραφίες ή ζωγραφιές που απεικονίζουν συμπτώματα, ώστε τα παιδιά να μάθουν να αναγνωρίζουν ποια από αυτά βιώνουν και δ) θεραπευτικές ιστορίες που περιγράφουν συμπτώματα και τρόπους αντιμετώπισης (5).

Η εκπαίδευση στην αναγνώριση κι έκφραση συναισθημάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάφορα παιχνίδια, όπως:

α) το «παιχνίδι λέξεων με συναισθήματα» (the feeling word game), στο οποίο ο θεραπευτής μαζί με το παιδί φτιάχνουν φύλλα με συναισθήματα –σε κάθε φύλλο αναγράφεται κι από ένα συναίσθημα- και φτιάχνουν ιστορίες, τοποθετώντας πάνω σε κάθε φύλλο χαρτιού μια ή περισσότερες μάρκες, ανάλογα με το αν το συγκεκριμένο συναίσθημα που απεικονίζεται ή είναι γραμμένο στο φύλλο παρουσιάζεται στην ιστορία που αφηγούνται και σε τι ποσοστό (21).

β) το «χρωμάτισε τη ζωή σου» (color-your-life), στο οποίο ο θεραπευτής ζητάει από το παιδί να φτιάξει ζευγάρια χρωμάτων-συναισθημάτων κι έπειτα να ζωγραφίσει σ’ ένα λευκό χαρτί την πορεία της ζωής του με τα χρώματα που θεωρεί ότι υπάρχουν σ’ αυτήν (21).

Κατά το στάδιο της γνωσιακής αναδόμησης, η εξήγηση της σύνδεσης σκέψεων – συναισθηματών – συμπεριφορών μπορεί να πραγματοποιηθεί με δραστηριότητες, όπως: α) ντόμινο (dominoes) τοποθετημένα σε κύκλο (δείχνοντας την επίδραση του ένα που πέφτει και ρίχνει όλα τα άλλα), β) με τη χρήση σκοινιού που το κρατούν τοποθετημένοι σε τρίγωνο 3 έφηβοι ή ένας έφηβος, ένα μέλος της οικογένειας και ο θεραπευτής. Κάθε άτομο κρατά 2 κομμάτια σχοινιού που συνδέουν το άτομο με το μέλος που βρίσκεται στα δεξιά του και στα αριστερά του. Ένας συμμετέχων δηλώνει μια δυσλειτουργική σκέψη και τραβάει το σχοινί στα δεξιά του, το οποίο προκαλεί τη δήλωση ενός δυσάρεστου συναισθήματος που προέρχεται από την δυσλειτουργική σκέψη. Ακολουθεί το τράβηγμα του σκοινιού από τον δεύτερο συμμετέχοντα στον τρίτο, ο οποίος πρέπει να κατονομάσει μια αντίστοιχη του συναισθήματος συμπεριφορά (5), γ) μέσω της μεθόδου «lose your bruise» (22), με τη χρήση σπαθιού και ασπίδας. Ο θεραπευτής πετάει μπάλες στο παιδί και ταυτόχρονα εκφωνεί αρνητικές δηλώσεις προερχόμενες από το ίδιο το παιδί (π.χ. σ’ ένα παιδί που λέει ότι είναι χαζό (negative self-talk), ο θεραπευτής πετώντας τη μπάλα του λέει «είμαι χαζός»). Το παιδί πρέπει να αποκρούσει τις μπάλες με την ασπίδα και το ξίφος, λέγοντας στην θέση των αρνητικών δηλώσεων άλλες θετικές (π.χ. «είμαι καλός στα μαθηματικά», όχι απαραίτητα το ακριβώς αντίθετο της δήλωσης του παιδιού). Με τον τρόπο αυτό, χρησιμοποιώντας το νου και το σώμα, τα παιδιά εξωτερικεύουν τις σκέψεις τους και νιώθουν πιο δυνατά. Διδάσκονται επίσης πως η άμυνα (ασπίδα) παρέχει καλύτερη προστασία από την επίθεση (σπαθί – ξίφος). Η συγκεκριμένη τεχνική μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις, όπως στο άγχος (π.χ. «ίσως πάρω 100 στο τεστ» αντί «πρέπει να πάρω 100 στο τεστ») και σε περιπτώσεις κακοποίησης που το παιδί πιστεύει τα ψέματα που του είπε ο δράστης (π.χ. «δεν έκανα κάτι κακό» ή «δεν είναι δικό μου λάθος», αντί «εγώ φταίω, είναι δικό μου λάθος»), δ) με την τεχνική της «καυτής καρέκλας» (hot seat) (5), παρόμοιας με την τεχνική «lose your bruise”, στην οποία ένα παιδί από την ομάδα κάθεται στην «καυτή καρέκλα», ενώ τα υπόλοιπα παιδιά της ομάδας του φωνάζουν αρνητικές σκέψεις. Το παιδί στην «καυτή καρέκλα» πρέπει αμέσως να απαντάει με θετικές σκέψεις. Ένα άλλο μέλος της ομάδας παίρνει το ρόλο του προπονητή, που βοηθά το παιδί στην καυτή καρέκλα να απαντήσει, ε) με τη χρήση διαδραστικών μεταφορών ή ιστοριών, οι οποίες μπορούν να διδάξουν λειτουργικούς τρόπους σκέψης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η μεταφορά: «καλός-κακός προπονητής» (5), στην οποία τα παιδιά δηλώνουν ποιος είναι ο αγαπημένος τους αθλητής και απαντούν στην ερώτηση αν ο συγκεκριμένος αθλητής παίζει κάθε φορά το ίδιο καλά. Ακολουθούν ερωτήσεις για το τι πιστεύει το παιδί ότι θα έλεγε στον αθλητή ένας κακός προπονητής σε μια άσχημη εμφάνιση και το τι θα του έλεγε ένας καλός προπονητής και οι απαντήσεις καταγράφονται σε αντίστοιχες καρτέλες. Μετά την καταγραφή, εξηγείται στο παιδί ότι μέσα στο κεφάλι του υπάρχει μια φωνή (όπως του προπονητή) που του μιλάει κατ’ αντίστοιχο τρόπο και ανάλογα με τις δηλώσεις που κάνει (θετικές – αρνητικές) τον κάνει να νιώθει και διαφορετικά, ζ) με το «βάρη και μπαλόνια», (weights and balloons) (21), παιχνίδι στο οποίο ο θεραπευτής καλεί το παιδί να απαριθμήσει αρνητικές σκέψεις του και για κάθε μια από αυτές του δίνει να κρατήσει κάτι βαρύ (τουβλάκια, πέτρες κ.τ.λ.), εξηγώντας πως οι αρνητικές σκέψεις τελικά επηρεάζουν το συναίσθημα. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία, με το παιδί να απαριθμεί θετικές σκέψεις κι ο θεραπευτής να του δίνει κάτι ελαφρύ (π.χ. μπαλόνια).

Δεξιότητες αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων και στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων μπορούν να διδαχθούν στα παιδιά μέσω παιχνιδιών και δραστηριοτήτων. Ένα τέτοιο παιχνίδι είναι το «coping fish» (4), το οποίο αποτελείται από χάρτινες εικόνες ψαριών με μαγνήτες στο στόμα, που στην πίσω τους όψη έχουν εικόνες παιδιών που εμπλέκονται σε στρατηγικές αντιμετώπισης (άλλες χρήσιμες, άλλες όχι), συνοδευόμενες και από το όνομα της κάθε στρατηγικής. Τα παιδιά προτρέπονται «να πάνε για ψάρεμα» και να αποφασίσουν αν θα κρατήσουν τα ψάρια που πιάνουν ή όχι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην ξαναπιάσουν τα ψάρια που άφησαν, ανάλογα με το αν η στρατηγική που είναι εγγεγραμμένη πίσω από κάθε ψάρι τα κάνει να αισθάνονται καλύτερα ή χειρότερα.

Η συστηματική απευαισθητοποίηση μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση παιχνιδιών και ευχάριστων δραστηριοτήτων, καθώς το παιχνίδι μπορεί να βοηθήσει στην αποσύνδεση του ερεθίσματος από τις δυσλειτουργικές απαντήσεις. Τα παιδιά μέσω του παιχνιδιού και της ζωγραφικής εκδραματίζουν καταστάσεις, αποκτώντας έλεγχο σε αυτές. Επίσης, οι ιστορίες με θέματα και ήρωες που τα παιδιά μπορούν να ταυτιστούν, τα βοηθάει να μην νιώθουν μόνα (καθώς κι άλλοι έχουν αισθανθεί και βιώσει τα ίδια μ’ εκείνα) και τους δίνει ιδέες για τρόπους αντιμετώπισης προβλημάτων (17).

Η αναγνώριση του θυμού ως ενός συνηθισμένου κι αποδεκτού συναισθήματος και η εκμάθηση κατάλληλων τρόπων έκφρασής του (λεκτικά ή/και κιναισθητικά) μπορούν να πραγματοποιηθούν με τη χρήση παιχνιδιών όπως τα «μπαλόνια της οργής» (balloons of anger) και το «τρελό παιχνίδι» (the mad game) (21)[3].

Θεραπευτικά προγράμματα:

Ορισμένα από τα πιο γνωστά θεραπευτικά προγράμματα που συνδυάζουν την ΠΘ με την ΓΣΘ παρουσιάζονται παρακάτω. Στο παρόν άρθρο έχουν ταξινομηθεί βάσει των διαταραχών στις οποίες στοχεύει η δράση τους, είτε προληπτικά είτε θεραπευτικά.

[1] http://solo.bodleian.ox.ac.uk/primo_library/libweb/action/search.do

 

[2] Αναλυτικότερη αναφορά γίνεται παρακάτω, στο κομμάτι «Θεραπευτικά προγράμματα»

[3] Για περισσότερες τεχνικές και δημιουργικές παρεμβάσεις βλέπε: Hall, Kaduson, Schaefer (21) και στο Favourite therapeutic activities for children and teens (52).

Συναισθηματικές / αγχώδεις διαταραχές:

  1.  Το πρόγραμμα Friends (23), αποτελεί το κυρίαρχο και πλέον χρησιμοποιούμενο σήμερα πρόγραμμα πρόληψης άγχους, βοηθώντας τα παιδιά, 6 έως 11 ετών και τους εφήβους, 12 έως 16 ετών, να αντιμετωπίσουν συναισθήματα φόβου, ανησυχίας και κατάθλιψης. Διδάσκονται γνωσιακές και συναισθηματικές δεξιότητες και ενισχύουν την αυτοπεποίθηση και την συναισθηματική ανθεκτικότητά τους (24). Στην Ελλάδα το αντίστοιχο πρόγραμμα έχει αναπτυχθεί από τις Ψύλλου και Ζαφειροπούλου και λέγεται «Τα Φιλαράκια» (25). Αργότερα, το πρόγραμμα τροποποιήθηκε ώστε να απευθύνεται προληπτικά και σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, 4 έως 6 ετών (25). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το έχει αναγνωρίσει ως το μόνο εμπειρικά τεκμηριωμένο πρόγραμμα, αποτελεσματικό στη μείωση του άγχους, ως μια παγκόσμια και στοχευμένη παρέμβαση (27). Περιλαμβάνει 10 συνεδρίες με το παιδί, 2 αναμνηστικές συνεδρίες και 4 συνεδρίες με τους γονείς[1]. Η λέξη «friends» είναι ένα ακρώνυμο που περιλαμβάνει τα αρχικά των βασικών βημάτων που πρέπει να θυμούνται τα παιδιά [F: Feelings (talk about your feelings and care about other people’s feelings); R: Relax (remember to relax. Have a quiet time); I: I can do it! (I can try my best!); E: Encourage (explore solutions and coping step plans); N: Now reward yourself! You’ve done your best! ; D: Don’t forget to practice; S: Smile! Stay calm and talk to your support networks] (26). Η αποτελεσματικότητα του παρόντος ομαδικού προγράμματος έχει αποδειχθεί ερευνητικά (24).
  2.  Το πρόγραμμα «Cool kids» (28) αναπτύχθηκε και εφαρμόζεται από το Πανεπιστήμιο Macquarie της Αυστραλίας από το Διδάσκει στα παιδιά και στους γονείς τους πώς να διαχειρίζονται καλύτερα το άγχος. Απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους, ηλικίας 7 έως 17 ετών και μπορεί να εφαρμοστεί είτε σε ατομικό είτε σε ομαδικό επίπεδο. Περιλαμβάνει 12 μονόωρες (ατομικές) ή δίωρες (ομαδικές) συνεδρίες, στην διάρκεια των οποίων πραγματοποιείται ψυχοεκπαίδευση, γνωσιακή αναδόμηση, γονεϊκές δεξιότητες, έκθεση, εκπαίδευση σε κοινωνικές δεξιότητες και βελτίωση των στρατηγικών αντιμετώπισης δυσκολιών (29). Έχουν αναπτυχθεί διάφορες εκδοχές του παρόντος προγράμματος, όπως αυτή μέσω ίντερνετ, τηλεφώνου ή cd rom για εξ’ αποστάσεως παρακολούθηση, ενώ έχει μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες εκτός της Αγγλικής. Πολλές μελέτες τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα του προγράμματος, με τουλάχιστον μια να δείχνει τη διατήρηση των θετικών αποτελεσμάτων ένα χρόνο μετά το τέλος της παρέμβασης (30).

Εξωτερικευμένα προβλήματα συμπεριφοράς

Διαχείριση θυμού – επιθετικότητας – διαταραχής διαγωγής:

  1.  Το πρόγραμμα «Coping Power» (31), απευθύνεται σε παιδιά που μεταβαίνουν από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά. Από τα δύο κύρια συστατικά μέρη του προγράμματος, το πρώτο εφαρμόζεται στους γονείς ή/και στους δασκάλους και περιλαμβάνει εκπαίδευση σε συμπεριφοριστικές τεχνικές και το δεύτερο εφαρμόζεται στα παιδιά με εκπαίδευση σε ΓΣ τεχνικές, χρησιμοποιώντας δομημένες τεχνικές παιχνιδιού, όπως κούκλες, παιχνίδια ρόλων κ.α.. Διαρκεί 18 μήνες, με εβδομαδιαίες ομαδικές συναντήσεις. Η αποτελεσματικότητα του προγράμματος έχει βρεθεί σε περιπτώσεις χρήσης ουσιών και παραβατικότητας, με διατήρηση των θεραπευτικών αποτελεσματικών ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης (31, 32).
  2.  Το πρόγραμμα «Getting along and keeping cool» (33) αποτελεί ένα ομαδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξάσκησης σε δεξιότητες με στόχο τον έλεγχο της επιθετικότητας σε νέους. Αναπτύχθηκε και εφαρμόζεται από το Κέντρο Κλινικών Παρεμβάσεων της Δυτικής Αυστραλίας, ενώ το υλικό του προγράμματος διατίθεται ελεύθερα από το Κέντρο. Περιλαμβάνει 8 ομαδικές συνεδρίες, μετά το πέρας των οποίων, στις περιπτώσεις που τα παρουσιαζόμενα προβλήματα είναι πιο περιπλεγμένα, μπορούν να ακολουθήσουν και ατομικές συνεδρίες. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα βασίζεται στο ΓΣ μοντέλο του Novaco (34) για τον θυμό και την επιθετικότητα. Τα κύρια συστατικά του προγράμματος παρέχονται μέσω ψυχοεκπαίδευσης, αυτοπαρατήρησης, ομαδικών συζητήσεων, φυλλαδίων, βίντεο και παιχνιδιών ρόλων. Το πρόγραμμα έχει δοκιμαστεί σε 9χρονια αγόρια, στο σχολικό περιβάλλον τους. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε για να στηρίξει την αποτελεσματικότητά του, βρέθηκε ότι οι συμμετέχοντες, στο τέλος της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα, είχαν μειώσει τις επιθετικές του αντιδράσεις απέναντι σε προκλητικά γι’ εκείνους γεγονότα κι ένιωθαν καλύτερα με τις αντιδράσεις τους (35).
  3.  Η θεραπεία αλληλεπίδρασης παιδιού – γονέα (Parent Child Interaction Therapy – PCIT) (36) για την αντιμετώπιση προβλημάτων συμπεριφοράς σε παιδιά ηλικίας 2-8 ετών, ενσωματώνει προσεγγίσεις ενδυνάμωσης της σχέσης με συμπεριφορικές προσεγγίσεις. Περιλαμβάνει δύο φάσεις, μια κατευθυνόμενη από το παιδί, που έχει ως στόχο την ενίσχυση του δεσμού γονέα – παιδιού, αυξάνοντας την «θετική γονεϊκότητα» και βελτιώνοντας τις κοινωνικές δεξιότητες του παιδιού και μια φάση κατευθυνόμενη από τους γονείς, η οποία εστιάζει στην βελτίωση των γονεϊκών προσδοκιών, στην ικανότητά τους να θέτουν όρια, στην συνεπή και δίκαιη πειθαρχεία και στην μείωση της μη υπακοής ή άλλων αρνητικών συμπεριφορών του παιδιού. Η κατά μέσο όρο διάρκεια του προγράμματος είναι 13 συνεδρίες. Η αποτελεσματικότητά του έχει βρεθεί σε αρκετές έρευνες (37), με διατήρηση των θετικών αποτελεσμάτων μέχρι και 6 χρόνια μετά το τέλος της παρέμβασης (38) και με γενίκευση των αποτελεσμάτων και στο σχολικό περιβάλλον, όσον αφορά τα προβλήματα διαγωγής (39).

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας:

Το πρόγραμμα «Kids Together» (40) είναι ένα ομαδικό πρόγραμμα εννέα δίωρων συνεδριών για παιδιά ηλικίας 5-16 ετών, με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας. Επιστρατεύονται σε αυτό η χρήση κούκλων, πηλού, ιστοριών και άλλων μέσων τέχνης, για την εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων. Η αποτελεσματικότητά του έχει εξεταστεί και επιβεβαιωθεί και στην αντιμετώπιση κοινωνικών, συναισθηματικών και συμπεριφοριστικών δυσκολιών σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-18 ετών (41).

Διαταραχή μετατραυματικού στρες – τραύμα – σεξουαλική κακοποίηση:

  1.  Το «Game – Based CBT Group Program» (42, 43) αποτελεί μια ομαδική θεραπευτική παρέμβαση για παιδιά και εφήβους που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά. Συνδυάζει αρχές της εστιασμένης στο τραύμα ΓΣΘ με την ΠΘ και την ομαδική θεραπεία. Τα δομημένα παιχνίδια που περιλαμβάνει εστιάζουν στην εκμάθηση και απόκτηση κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων, ώστε να βοηθήσουν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν τις τραυματικές αντιδράσεις, προβλήματα στη συμπεριφορά και άλλα αρνητικά συμπτώματα (όπως κατάθλιψη, άγχος, χαμηλή αυτοεκτιμήση). Το ομαδικό πρόγραμμα ολοκληρώνεται εντός 12 συνεδριών, αλλά δύναται να εφαρμοστεί και σε ατομικό επίπεδο (σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 4-17 ετών), ώστε να καλύψει τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε παιδιού (44). Το πρόγραμμα έχει βρεθεί να είναι αποτελεσματικό για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της μετατραυματικής διαταραχής στρες, του άγχους, της κατάθλιψης, αλλά και εξωτερικευμένων προβλημάτων συμπεριφοράς (όπως διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα, επιθετικότητα) (43,45).
  2.  H «Trauma Focused Play Therapy» (46) αποτελεί ακόμα μια θεραπεία που προέρχεται από τον συνδυασμό στοιχείων της ΠΘ με τη ΓΣΘ, για την αντιμετώπιση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Σε αυτή, προσεκτικά επιλεγμένα παιχνίδια λειτουργούν ως σύμβολα της τραυματικής εμπειρίας, με την οποία τα παιδιά την εκδραματίζουν. Απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας 5-17 ετών και τους γονείς τους και περιλαμβάνει 12 δομημένες εβδομαδιαίες συνεδρίες, στις οποίες τα παιδιά περνούν από τρεις φάσεις, α) εγκαθίδρυση ασφάλειας, β) εστίαση στο τραυματικό υλικό και επεξεργασία αυτού, γ) κοινωνική επανασύνδεση και προσανατολισμό στο μέλλον. Ωστόσο, δεν έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές έρευνες για να στηρίξουν την επιστημονική τεκμηρίωση της μεθόδου (47).

Εκπαίδευση στην γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία:

«Το κυνήγι του θησαυρού» (48), αποτελεί το πρώτο ηλεκτρονικό παιχνίδι γνωσιακής συμπεριφοριστικής κατεύθυνσης, που στοχεύει στην εξοικείωση των παιδιών ηλικίας 9-12 ετών με τις βασικές αρχές της ΓΣΘ. Δημιουργήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης το 2008 και στα ελληνικά μεταφράστηκε και προσαρμόστηκε από το Ινστιτούτο Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς. Περιλαμβάνει μια εισαγωγή, 5 ενότητες – παιχνίδια και μια τελική επαναληπτική ενότητα, οι οποίες βαθμιαία εισάγουν τα παιδιά στις βασικές αρχές του ΓΣ μοντέλου και τα εξοικειώνουν με αυτές. Τα παιδιά μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα, να συνδέουν σκέψεις με συναισθήματα και συμπεριφορές, να διαχωρίζουν θετικές από αρνητικές σκέψεις και να βρίσκουν εναλλακτικές για τις αρνητικές σκέψεις. Έχει πραγματοποιηθεί μια πρώτη αξιολόγηση της χρησιμότητάς του (πιλοτικού χαρακτήρα έρευνα), μετά τη προσαρμογή του στα Ελληνικά, η οποία έδειξε θετικά αποτελέσματα (το παιχνίδι βρέθηκε βοηθητικό για την επεξήγηση των ΓΣ εννοιών, για την αύξηση του κινήτρου του παιδιού και τη συνεργασία του και για την ενδυνάμωση της θεραπευτικής σχέσης) (48). Τα παρόντα ευρήματα είναι παρεμφερή με την έρευνα που διεξήγαγε η Brezinka, δημιουργός του παιχνιδιού (49). Διατίθεται δωρεάν σε ψυχοθεραπευτές παιδιών κι εφήβων, που έχουν παρακολουθήσει ένα ειδικό σεμινάριο εξοικείωσης με αυτό. Είναι επίσης διαθέσιμο στην Αγγλική, Γερμανική και Ολλανδική γλώσσα.

Συζήτηση

Εστιάζοντας στις διαφορετικές πτυχές του παιχνιδιού (μέσο επικοινωνίας, συναισθηματικής ευεξίας, κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ενίσχυσης της αίσθησης εαυτού) (13), καταλαβαίνει κανείς πολύ πιο συνειδητά τη σημασία του στη ζωή και την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Το παιχνίδι βοηθάει τους γονείς (όπως και τους θεραπευτές) να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες των παιδιών, όπως της ενσυναίσθησης, της ζεστασιάς, της κατανόησης, της προστασίας και της καθοδήγησης (50). Ένας γονέας που έχει την ικανότητα να μοιράζεται στιγμές απόλαυσης με το παιδί του, ώστε εκείνο να νιώθει ότι αυτός που αγαπά (ο γονέας) απολαμβάνει να βρίσκεται μαζί του και το αποδέχεται γι’ αυτό ακριβώς που είναι (και κατ’ αναλογία ένας θεραπευτής που μπορεί να μοιραστεί ανάλογες στιγμές με τους θεραπευόμενούς του) συμβάλλει στη διαδικασία ανάπτυξης κι αλλαγής (50). Η δε ικανότητα για χαρά και παιχνίδι μαθαίνεται στα παιδιά κι η μάθηση αυτή εξαρτάται από την ικανότητα των γονέων να βιώνουν χαρά και να τη μοιράζονται με τα παιδιά τους (51), (ικανότητα που και οι γονείς μπορούν να διδαχτούν στα πλαίσια της θεραπευτικής διαδικασίας). Επομένως, θεωρούμε ιδιαίτερα βοηθητική τη δυνατότητα ένταξης του παιχνιδιού στη ΓΣΘ, κυρίως για παιδιά ηλικίας 4-12 ετών. Αποτέλεσμα αυτής της ένταξης- συνδυασμού αποτελεί η ΓΣΠΘ. Η τελευταία αποτελεί έναν τρόπο να καλυφθούν οι αναπτυξιακές ανάγκες της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, εμπλέκοντας παιδιά και εφήβους δημιουργικά στην ψυχοθεραπεία. Μέσω του παιχνιδιού, η γνωσιακή αλλαγή επιτυγχάνεται με έμμεσο τρόπο, ενώ πιο λειτουργικές συμπεριφορές εντάσσονται στο ρεπερτόριο των παιδιών. Οι δραστηριότητες που βασίζονται στο παιχνίδι χρησιμοποιούνται ως εργαλεία για την εκμάθηση απαραίτητων δεξιοτήτων και στρατηγικών αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων. Επιπλέον, μέσω του παιχνιδιού, οι ανωτέρω δεξιότητες και στρατηγικές παρουσιάζονται με πιο ελκυστικό και ευχάριστο τρόπο, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η εκμάθηση και μνήμη αυτών. Τόσο στην περίπτωση των παιδιών όσο και στην περίπτωση των εφήβων, ο συγκερασμός των δυο ειδών ψυχοθεραπείας (ΓΣΘ και ΠΘ) στοχεύει στην καλύτερη συμμετοχή/εμπλοκή τους στη θεραπεία και στην αύξηση του κινήτρου τους γι’ αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο όμως το παιχνίδι εντάσσεται στη ΓΣΘ παιδιών κι εφήβων παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με την ηλικία των συμμετεχόντων. Τα μικρότερα παιδιά χρειάζονται δραστηριότητες που περιλαμβάνουν λιγότερο γράψιμο ή λεκτική έκφραση, ενώ μεγαλύτερα παιδιά κι έφηβοι ανταποκρίνονται καλύτερα σε γραπτές ή λεκτικές δραστηριότητες. Η χρήση υλικών, όπως κούκλες, μαριονέτες, πηλός, άμμος, μπαλόνια, πλαστελίνη, μπορεί να φανεί παιδική στους εφήβους, ενώ τα μικρότερα παιδιά είναι εξοικειωμένα με αυτά τα υλικά, δεδομένης της ύπαρξης τους στην καθημερινότητά τους. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται τροποποιούνται και προσαρμόζονται στο αναπτυξιακό και ηλιακό στάδιο κάθε παιδιού. Υπάρχουν όμως και τεχνικές και δραστηριότητες που θεωρούνται ελκυστικές σε όλες τις ηλικίες, χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις (σχέδιο-ζωγραφιά, εικόνες για περιγραφή συμπτωμάτων, παιχνίδια ρόλων, εκδραματίσεις).

Μια σειρά από ομαδικά ή/και ατομικά προγράμματα ΓΣΠΘ, που χρησιμοποιούνται στον παιδικό και εφηβικό πληθυσμό για την πρόληψη και αντιμετώπιση ψυχολογικών δυσκολιών, έχουν ερευνηθεί και στηρίζονται από επιστημονικά δεδομένα. Κάποια προγράμματα όμως, όπως η εστιασμένη στο τραύμα ΠΘ ή το κυνήγι του θησαυρού, παρότι υποσχόμενα και με ενθαρρυντικά στο παρόν ευρήματα, στερούνται επαρκών ερευνητικών στοιχείων τεκμηρίωσης της αποτελεσματικότητάς τους.

Το πρόγραμμα Friends είναι από τα λίγα που, με κατάλληλες τροποποιήσεις, απευθύνεται στο μεγαλύτερο ηλικιακό εύρος συμμετεχόντων (4-16 ετών). Ωστόσο, κάποια άλλα προγράμματα, όπως τα προγράμματα για την διαχείριση κι αντιμετώπιση της επιθετικότητας, απευθύνονται κυρίως σε εφήβους. 

Επιπρόσθετα, ενδιαφέρον παρουσιάζει να δούμε ποια από αυτά τα προγράμματα μπορούν να εφαρμοστούν, με κατάλληλες τροποποιήσεις, και σε παιδιά που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού. Για την θεραπεία αλληλεπίδρασης παιδιού –γονέα (PCIT), έχει πραγματοποιηθεί έρευνα που δείχνει την επιτυχή προσαρμογή του προγράμματος στον συγκεκριμένο πληθυσμό (53), ενώ αντίστοιχες έρευνες φαίνεται να μην έχουν πραγματοποιηθεί για τα υπόλοιπα προγράμματα που παρουσιάστηκαν.

 Επομένως, μελλοντικές έρευνες θα μπορούσαν να στραφούν στην ανάπτυξη περισσότερων θεραπευτικών προγραμμάτων ΓΣΠΘ, που να απευθύνονται σε μεγαλύτερο ηλικιακό εύρος παιδιών και σε μεγαλύτερο εύρος διαταραχών. Όσα περισσότερα παιχνίδια και τεχνικές παιχνιδιού διαθέτει ένας ΓΣ θεραπευτής, τόσο πιθανότερο είναι να διαλέξει το κατάλληλο παιχνίδι ή την κατάλληλη τεχνική για να βοηθήσει το παιδί λαμβάνοντας υπόψη τις εξατομικευμένες ανάγκες του.

 

Πηγή: ΓΝΩΣΙΑΚΗ – ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ & ΘΕΡΑΠΕΙΑ TΟΜ. 3, TΕΥΧ. 1, ΣΕΛ. 31-40, 2017

 

 

 

 


 

Σήμερα που η μάθηση αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση όλων των παιδιών, η ανακοίνωση σε ένα γονιό ή η συνειδητοποίηση ότι το παιδί του έχει μαθησιακή δυσκολία δημιουργεί αισθήματα άγχους, άρνησης, θυμού, ενοχής και φόβου.

Της Σταυρούλας Κωνσταντάκου, ψυχολόγου

Αφού περάσει τα διάφορα αυτά στάδια ο γονιός οδηγείται στην αποδοχή. Τότε είναι έτοιμος να βοηθήσει στο σχεδιασμό και στην παροχή βοήθειας στο παιδί του.

Τι είναι οι μαθησιακές δυσκολίες

Είναι διαταραχές σε μια ή περισσότερες ψυχοδιαγνωστικές διαδικασίες που εμπλέκονται στην κατανόηση ή στην χρήση της γλώσσας, προφορικής και γραπτής και μπορεί να εκδηλωθούν ως ανεπαρκής ικανότητα στην ακρόαση, σκέψη, ομιλία, ανάγνωση, γραφή και εκτέλεση μαθηματικών υπολογισμών.

Πως γίνεται η διάγνωση;

Ο μηχανισμός ανάγνωσης και γραφής ολοκληρώνεται στην Β’ Δημοτικού. Όμως ένα παιδί που τελικά θα διαγνωστεί με μαθησιακά προβλήματα συνήθως δίνει ενδεικτικά σημεία από την ηλικία των 4 ετών, όπου υπάρχει δυσκολία στην άρθρωση του προφορικού λόγου δηλ. δεν μιλάει καθαρά και δυσκολεύεται να προφέρει πολυσύλλαβες λέξεις ή λέξεις με συμφωνικά συμπλέγματα (τραγούδι, γάργαρο). Φτάνοντας στο δημοτικό αφού περάσει ένα διάστημα προσαρμογής (περίπου 3 μήνες εκπαίδευσης) διευρύνουμε.

Στην ανάγνωση: Αν ξεχνά λέξεις, αν αντικαθιστά γράμματα ή συλλαβές μια λέξης (πενό αντί νερό, λάγα αντί γάλα, χαγελαω αντί χαμογελάω), αν αντιστρέφει ή παραλείπει γράμματα (ερό αντί νερό, ταργουδι αντί τραγούδι), αν αντικαθιστά λέξεις (αέρα αντί παρέα)

Στην γραφή: Αν κάνει πολλά ορθογραφικά λάθη , αν παραλείπει ή μπερδεύει φθόγγους και συλλαβές, αν μπερδεύει την σειρά των γραμμάτων στους δίφθογγους, αν δεν βάζει σημεία στίξης , αν γράφει με άστατη γραφή, αν ανεβοκατεβαίνει στην γραμμή του τετραδίου.

Στα μαθηματικά: Αν δυσκολεύεται στην κατανόηση ή εκτέλεση απλών μαθηματικών πράξεων (πρόσθεση, αφαίρεση κλπ) ,αν δυσκολεύεται να επιλύσει απλά μαθηματικά προβλήματα και αργότερα να αποστηθίσει τη προπαίδεια.

Στην συμπεριφορά: Εάν δυσκολεύεται να παρακολουθήσει οδηγίες ή να καταλάβει τι του ζητάνε, αν δυσκολεύεται να θυμηθεί κάτι ακόμη κι αν το έχει μόλις ακούσει, αν δυσκολεύεται να ξεχωρίσει εύκολα το δεξί από το αριστερό, εάν δυσκολεύεται να συντονίσει το περπάτημα σε αθλήματα όπως το ποδήλατο, μπάλα, να κουμπώσει τα κουμπιά ή το φερμουάρ του, να κόψει με το ψαλίδι, να ξεχνά ή χάνει εύκολα ή τοποθετεί σε λάθος μέρος τα βιβλία του ή τις εργασίες του , αν δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοια του χρόνου και έχει σύγχυση σε έννοιες όπως «χθες», «σήμερα», «αύριο», αριστερά-δεξιά, πάνω – κάτω, εποχές, ημέρες και αργότερα μήνες σε σειρά. Λόγω των ανωτέρω συχνά συγχέονται οι Μ.Δ με την δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής και της συγκέντρωσης.

Ποιες είναι οι δυσκολίες στην κοινωνική συμπεριφορά του;

Εμφανίζει συναισθηματική ανωριμότητα σε σχέση με τους συνομήλικους του. Αδυνατεί να κατανοήσει μη λεκτικές πληροφορίες και έτσι να αναλύσει την συναισθηματική κατάσταση του συνομήλικου. Αυτό τον απομακρύνει από την δημιουργία και διατήρηση σχέσεων με τους συνομήλικους.

Υπάρχει πιθανότητα να επιθυμεί να εγκαταλείψει ή να αποσυρθεί πρόωρα από τις σχολικές δραστηριότητες .Η αδιαφορία γι αυτόν είναι μια μορφή άμυνας . Το να αποτύχει σε κάτι που δεν προσπαθεί είναι καλύτερο από το να προσπαθεί και να μην τα καταφέρνει.

Επειδή συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους , βγαίνει τις περισσότερες φορές χαμένο. Νιώθει πως δεν έχει ικανότητες , απομονώνεται, ντρέπεται και μπορεί να φέρεται αντιδραστικά και επιθετικά λόγω του θυμού και της απογοήτευσης για τον εαυτό του.

Η αυτοπεποίθηση του κλονίζεται και η εικόνα του εαυτού του είναι χαμηλή.

Η ενοχλητική-αντιδραστική συμπεριφορά μεταφέρεται και στο σπίτι . Είναι το παιδί που πειράζει τους άλλους, πάντα υπερκινητικός ή επιθετικός.

Συμβουλές για τους γονείς

Μην αποθαρρύνετε και το θεωρείτε υπεύθυνο για τις δυσκολίες του δημιουργώντας του αισθήματα ενοχής. Η θετική ενίσχυση και η παροχή κινήτρων θα αποτελέσουν βοήθεια για την συναισθηματική του ωρίμανση.

Μην υπογραμμίζετε τα λάθη του σ’ ένα κείμενο. Δεν προοδεύει με την αυστηρότητα. Διορθώστε μαζί του τα λάθη αφού ολοκληρώσει και συζητήστε μαζί του το σωστό.

Μην το συγκρίνετε με άλλα παιδιά. Το βάζετε σε ένα άνισο ανταγωνισμό που εκείνο θα είναι πάντα αποτυχημένο.

Αν δείτε ότι επαναλαμβάνει αρκετές φορές μια πρόταση ή μια ερώτηση, μην εκνευριστείτε. Ενθαρρύνετε το για να καταλάβει ακόμα και αν η ερώτηση δεν έχει λογική βάση. Ενισχύστε την προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμα.

Ενθαρρύνετε την ενασχόληση με δραστηριότητες που τα χέρια είναι απαραίτητα εργαλεία ή που χρειάζονται ψαλίδι (καθάρισμα, μαγείρεμα, κοπή φρούτων, κλπ)

Παίξτε μαζί του επιτραπέζια παιχνίδια για την εκμάθηση κανόνων.

Διαβάστε παραμύθια με κοινωνικά θέματα και συζητήστε τα μαζί του.

Έχετε λογικές απαιτήσεις και προσδοκίες από εκείνο τόσο στο γνωστικό-κινητικό όσο και στο συναισθηματικό τομέα.

Μην ξεχνάτε!!!

Μαθησιακό πρόβλημα δεν σημαίνει και μειωμένη νοημοσύνη. Η κακή επίδοση στο σχολείο δεν είναι ένδειξη περιορισμένων δυνατοτήτων, ούτε οφείλεται σε τεμπελιά. Η έλλειψη συγκέντρωσης στο μάθημα δεν είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας. Το παιδί με Μ.Δ είναι πιθανό να έχει εξαιρετικές ικανότητες σε κάποιες δραστηριότητες (τέχνη – μουσική κ.λπ.).

Πηγή: familylife.gr

Ακόμα και όταν η οικογένειά τους δεν πλήττεται άμεσα οικονομικά, τα παιδιά νιώθουν άγχος, ανασφάλεια και φόβο για το μέλλον, επηρεαζόμενα από τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί.

Της Σταυρούλας Κωνσταντάκου-Οικονόμου, ψυχολόγου-ψυχοθεραπεύτριας

Η οικονομική κρίση των τελευταίων ημέρων στη χώρα μας αφενός αποτελεί το βασικό θέμα προβολής από τα ΜΜΕ. Αφετέρου, σε ατομικό επίπεδο, κάθε έλληνας πολίτης επιδίδεται σε μια προσπάθεια να νοηματοδοτήσει τη δυσάρεστη κατάσταση που βιώνει τον τελευταίο καιρό. Οι άνθρωποι, εθισμένοι μάλλον στον καταναλωτισμό, ακόμη και όσοι δεν πλήττονται αισθητά από την κρίση (οι λεγόμενοι έχοντες και κατέχοντες), φαντασιωσικά και μόνο –υπό το κράτος της επερχόμενης απώλειας– βιώνουν άγχος, θλίψη και φόβο. Η διαφορά, βέβαια, των υψηλότερων από τις χαμηλότερες οικονομικές τάξεις έγκειται στο διαφορετικό μέγεθος των επιπτώσεων της κρίσης.

Στην εποχή μας, η βασικότερη ανάγκη του ανθρώπου, αυτή της επιβίωσης, με φυσικό και αξιοπρεπή τρόπο, εξαρτάται πια από το χρήμα. Με αυτό καλύπτουμε την τροφή, το νερό, την ένδυση, την κίνηση, τη θέρμανση, η διασκέδαση, την εκπαίδευση και τη μόρφωση των παιδιών μας, ειδικά στις μεγαλουπόλεις. Αλλά και το αίσθημα ασφάλειας –δηλαδή η αμέσως επόμενη ιεραρχικά ανάγκη– κλονίζεται. Ο λόγος είναι ότι ένα καταρρακωμένο και σαθρό πολιτικό σύστημα, όπως αυτό που μας οδήγησε στην παρούσα κατάσταση, προκαλεί κρίση εμπιστοσύνης, μεγάλη ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Μετατρεπόμαστε σε παθητικούς θεατές της ζωής μας, χωρίς περιθώρια αντίδρασης. Αυτό από μόνο του οδηγεί σε μειωμένη αίσθηση ελέγχου της ζωής μας και σε έντονο θυμό για εκείνους που μας έφτασαν σε αυτό το σημείο. Από την άλλη, ζητείται από εμάς η ανατροπή του καθιερωμένου τρόπου ζωής. Ο Έλληνας είχε υιοθετήσει έναν κατεξοχήν υλιστικό τρόπο ζωής, με επαγγελματικά, στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια και κάρτες. Σε επίπεδο οικογενειακής κατάστασης, η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με το φόβο και τη δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις –φαινόμενο των τελευταίων ετών–, θα δυσχεράνει τη δέσμευση και τον γάμο.

Τι αλλάζει στη δομή της οικογένειας

Οι οικονομικές πιέσεις προκαλούν εντάσεις και σε ενδοοικογενειακό επίπεδο, επειδή οι γονείς καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τα οικονομικά τους και να οριοθετήσουν τις ανάγκες των ίδιων και των παιδιών τους.

Τα παιδιά, από την άλλη, θα βιώσουν ένα επισφαλές και αβέβαιο κλίμα, εξαιτίας αυτού του επαναπροσδιορισμού, ενώ είναι πιθανό να μείνουν και χωρίς την προστασία των γονιών. Αυτό γεννά στα ίδια φόβο, υπαρξιακό πόνο και έντονο θυμό. Ο θυμός αυτός ενισχύει επιθετικές ή ακόμη και παραβατικές συμπεριφορές.

Οι νέοι, έχοντας πνευματικά και μορφωτικά προσόντα ανώτερα των υποβαθμισμένων και χωρίς προοπτική εξέλιξης εργασιακών θέσεων που προσφέρονται, θεωρούν ότι ο γάμος είναι απαγορευτικός, εφόσον αδυνατούν να συντηρήσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό φανερώνει ότι οι επιπτώσεις της κρίσης θα επεκταθούν όχι μόνο στο θέμα του επαγγελματικού προσανατολισμού και του αντικρίσματος του επαγγέλματος, όπου ο φόβος της απόλυσης, η μείωση των ωρών εργασίας και των μηνιαίων απολαβών θα είναι μία απτή πραγματικότητα. Θα επιφέρει και ένα αίσθημα έντονης δυσφορίας και χαμηλής αυτοεκτίμησης στους γονείς και εγωκεντρικές τάσεις στα παιδιά, οι οποίες αναδύονται ως αντισταθμιστικός μηχανισμός μπροστά στον φόβο για το μέλλον.

Το μοντέλο της οικογένειας έχει αλλάξει. Τα διαζύγια έχουν αυξηθεί (η συχνότητά τους σήμερα στην Ελλάδα αγγίζει το 27%), το ίδιο και η υπογεννητικότητα (σήμερα μια οικογένεια γεννά κατά μέσον όρο 1,2 παιδιά), αλλά και οι μονογονεϊκές οικογένειες και οι άγαμες μητέρες. Η αναγκαστική πια απουσία της μητέρας από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του παιδιού προκαλεί συναισθηματικά προβλήματα στο ίδιο (έλλειψη βασικής ασφάλειας που εγκαθιδρύεται στα πρώτα χρόνια της ζωής). Οι γονείς, ενοχοποποιημένοι από την πολύωρη απουσία, υπερκαλύπτουν τις ψυχικές ανάγκες των παιδιών με υλικά αγαθά. Mπροστά στην οικονομική κρίση, θα παρατηρηθούν μεταβολές στη δομή της συζυγικής οικογένειας, σύγχυση ρόλων και δυσκολία ταύτισης των παιδιών με τους γονείς. Οι γονείς, βιώνοντας τον φόβο για τη νέα δύσκολη αυτή κατάσταση, θα κληθούν να επαναπροσδιορίσουν τις ανάγκες αυτών και των παιδιών τους. Η διαχείριση του δικού τους πένθους θα τους απομακρύνει συναισθηματικά από τα παιδιά. Οργισμένοι από τη βίαιη αφαίρεση εν μία νυκτί κεκτημένων από χρόνια δικαιωμάτων τους, θα μεταθέσουν τις ευθύνες κυρίως στους άλλους. Τα παιδιά θα επιδίδονται περισσότερο στην ανεύρεση συντρόφων ή φίλων μέσα από το Διαδίκτυο. Το συναισθηματικό κενό μέσα και έξω από τη σχέση, σε συνδυασμό με την παρακμή του ιδεολογικού συστήματος και του συστήματος ηθικών αξιών αλλά και την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την αποστασιοποίηση από τις θρησκευτικές αξίες, μπορεί να τα οδηγήσει στην ανάγκη χρήσης διεγερτικών ουσιών, σε βίαιες παραπτωματικές συμπεριφορές και σε εσωστρέφεια και εγωκεντρικότητα.

Τι μπορούμε να κάνουμε για τον εαυτό μας;

Ας μην παρασυρόμαστε από σενάρια φόβου και πανικού που δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο ενισχύουν το αίσθημα της αβεβαιότητας και καταλήγουν σε λανθασμένες και βιαστικές αποφάσεις. Να έχουμε πάντα υπόψη ότι η τηλεόραση και γενικά τα ΜΜΕ προβάλλουν τις ειδήσεις με τρόπο που αποσκοπεί στην εύκολη προσέλκυση του ενδιαφέροντος και την αύξηση της τηλεθέασης. Επομένως, τα όσα προβάλλονται δεν αντανακλούν απαραίτητα τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων και απαιτούν την από μέρους μας κριτική επεξεργασία.

Ας μην προβούμε σε ακραίες συμπεριφορές ως προς τη διαχείριση των χρημάτων μας. Η τσιγκουνιά, βάσει της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ενοχή, κλείσιμο στον εαυτό μας και φόβο έλλειψης. Ας κάνουμε μια επανεκτίμηση των προτεραιοτήτων μας, χωρίς όμως να ξοδεύουμε αφειδώς τα χρήματα.

Η καλοπέραση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το χρήμα. Υπάρχουν εναλλακτικές μορφές διασκέδασης, όπως οι συγκεντρώσεις φίλων σε σπίτια, ακόμη και εναλλακτικές μορφές διακοπών (εξοχικά σπίτια φίλων, κάμπινγκ), που μπορεί να αποδειχθούν ακόμη πιο ευχάριστες από τις πολυδάπανες μορφές που έχουμε συνηθίσει.

Ας οριοθετήσουμε τις ανάγκες μας. Κάποιες από αυτές είναι πλασματικές και αποσκοπούν μόνο στην επίδειξη και την περιττή πολυτέλεια. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να στενοχωρηθούμε εάν, για παράδειγμα, στερηθούμε ένα ακριβό αυτοκίνητο, εφόσον αυτό δεν αποτελεί βασική μας ανάγκη.

Η ψυχολογική αντίδραση και η νοοτροπία μας είναι το ίδιο σημαντική όπως και οι πράξεις μας, αν όχι περισσότερο σημαντική. Η δυσφορία που βιώνουν οι άνθρωποι οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στην ερμηνεία που δίνουν στα πράγματα και όχι στα πράγματα αυτά καθαυτά. Ας δούμε τη νέα κατάσταση των πραγμάτων ως πρόκληση για να επιβεβαιώσουμε την ψυχική μας δύναμη και να κερδίσουμε αυτοπεποίθηση.

Ας έχουμε κατά νου ότι πολλές από τις υλικές ανάγκες των παιδιών μας υπάρχουν για να καλύψουν τεχνητά την απουσία των γονιών. Η παρουσία μας χρειάζεται να είναι πιο ουσιαστική, χωρίς να διστάσουμε να εκθέσουμε στα παιδιά τη σημερινή κατάσταση δίχως υπερβολές. Όσο για το παιχνίδι, το σίγουρο είναι ότι η κοινωνική συναναστροφή με συνομηλίκους είναι πολύ πιο ουσιαστική για την ανάπτυξη απ’ ό,τι τα διάφορα ακριβά ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Ας εντάξουμε τα παιδιά σε υποσυστήματα όπως είναι ο προσκοπισμός, οι ομάδες ζωγραφικής, οι αθλητικές ομάδες, το κατηχητικό. Γιατί όπως αναφέρει και ο Αλβέρτος Σβάιτσερ: «Η ευτυχία είναι το μόνο πράγμα που διπλασιάζεται όταν το μοιράζεσαι».

Τι να κάνουμε σε σχέση με τα παιδιά μας

  1. Χωρίς ακρότητες και υπερβολές οφείλουμε να ενημερώσουμε τα παιδιά για τη σημερινή δυσκολία του τόπου και των ελληνικών νοικοκυριών.
  2. Να βοηθήσουμε τα παιδιά να επανατοποθετηθούν όσον αφορά τις προτεραιότητές τους. Συχνά και εκείνα όπως εμείς δημιουργούν ανάγκες πλασματικές και όχι βασικές για τη σωματική και ψυχολογική τους ισορροπία.
  3. Ας βοηθήσουμε τα παιδιά να εκφράσουν τους φόβους, την οργή και την ανησυχία τους για το αβέβαιο μέλλον, ελέγχοντας τη δική μας απογοήτευση. Η παρουσία των γονιών κοντά στα παιδιά είναι πιο ουσιαστική από το ακριβότερο παιχνίδι. Έτσι θα ανακτήσουν το αίσθημα της βασικής εμπιστοσύνης και σταθερότητας που χρειάζονται.
  4. Ας αποφύγουμε την ανεξέλεγκτη χρήση του Διαδικτύου, εντάσσοντάς τα σε ομάδες αθλητικές, μουσικής κ.λπ., όπου ενισχύεται η κοινωνικοποίησή τους και αισθάνονται προστατευμένα.
  5. Ας ανατρέξουμε σε άλλες ιστορικές εποχές με παρόμοια προβλήματα, ώστε να τους εμφυσήσουμε την ελπίδα και να καλλιεργήσουμε την ονειροπόληση για το μέλλον.

Πηγή: familylife.gr

Αυτό που χρειάζονται τα παιδιά, εξίσου με τους υπολογιστές και τα βιβλία, είναι η σχέση  με τους ενήλικες που νοιάζονται για αυτά.

Τζέιμς Κόμερ

Στο ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς, οι περισσότεροι γονείς θα συμφωνήσουμε ότι συχνά δίνουμε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση, επειδή ίσως γνωρίζουμε τη δύναμη που έχει να επηρεάζει πολύ το μέλλον και την καριέρα των παιδιών μας.       

Στο δύσκολο αυτό έργο, επειδή καλούμαστε να γίνουμε οι προπονητές της επιτυχίας στη μάθηση των παιδιών μας, ας ακολουθήσουμε κάποια βασικά βήματα που θα οδηγήσουν με ασφάλεια τα παιδιά μας στην επιτυχία:

  • Ας αποφύγουμε την υπερβολικά ελαστική στάση απέναντί τους. Χρειάζεται να θέτουμε σαφείς κανόνες και να απαιτούμε την τήρησή τους. Οι έφηβοι είναι φυσιολογικό να αντιτίθενται συχνά σε κάθε μορφή εξουσίας, αλλά κατά βάθος εκτιμούν και σέβονται τους ενηλίκους όταν αυτοί είναι συνεπείς στις απαιτήσεις τους.
  • Ας ενθαρρύνουμε τους ιδιαίτερους τρόπους που το παιδί μαθαίνει καλύτερα. Να επιλέγει μόνο του τον τρόπο μελέτης του ανάλογα με το τι λειτουργεί καλύτερα (π.χ. αφομοιώνει καλύτερα το πρωί, το μεσημέρι ή το βράδυ, προτιμά να διαβάζει μόνο του ή με παρέα εν πλήρει ησυχία ή με μουσική υπόκρουση).
  • Ας μάθουμε το παιδί μας να εκτιμά την πρόοδό του και όχι τους βαθμούς και να θεωρεί τα λάθη του μαθήματα και όχι αποτυχίες.
  • Ας ενθαρρύνουμε το παιδί να θέτει κάθε φορά μικρούς ρεαλιστικούς στόχους, ώστε να μην απογοητεύεται, και ας το μάθουμε, κυρίως, να επιμένει στους στόχους που το ίδιο θέτει χωρίς να απογοητεύεται και να τα παρατάει εύκολα.
  • Δυστυχώς, συχνά στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, και ιδιαίτερα στις Πανελλήνιες, απαιτείται η μηχανιστική αποστήθιση του μαθήματος. Ας βοηθήσουμε το μαθητή να συνειδητοποιήσει ότι είναι άσκοπο να προσπαθεί να απομνημονεύσει «παπαγαλία» χωρίς προηγουμένως να έχει κατανοήσει το νόημα των όσων διαβάζει.

Η στείρα αποστήθιση είναι μια αναποτελεσματική και κοπιαστική άσκηση στο βωμό της βαθμοθηρίας.

  • Ας μη βάζουμε ταμπέλες στα παιδιά. Χαρακτηρισμοί όπως «προικισμένος», «μέτριος», «αργόστροφος», μειώνουν την αυτοεκτίμησή τους και ενισχύουν τον φόβο της αποτυχίας.
  • Ας ενθαρρύνουμε τα παιδιά όταν δυσκολεύονται σε κάτι. Ας τους θυμίσουμε πιο πολύ τις επιτυχίες τους παρά τις αποτυχίες. Έτσι θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε τις μαθησιακές αδυναμίες σε μαθησιακούς στόχους.
  • Ας διαχωρίσουμε τις δικές μας προσδοκίες, συναισθήματα, προτιμήσεις από εκείνες των παιδιών μας. Ας τα αφήσουμε να επιλέγουν ελεύθερα και ανεπηρέαστα τις κλίσεις, τα ενδιαφέρονται και τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους σχέδια.
  • Ας τονίσουμε τη μοναδικότητά του μαθητή. Ας σκεφτούμε ότι κάθε παιδί είναι προικισμένο και ικανό, αρκεί να αναδείξουμε τα ιδιαίτερα χαρίσματά του.
  • Ας στηρίξουμε τα ενδιαφέροντά του μαθητή με το να τον αφήνουμε να κάνει όσα του δίνουν ευχαρίστηση. Έτσι θα χαλαρώνει, θα ξεκουράζεται και θα επιστρέφει με περισσότερη όρεξη στη μελέτη.
  • Ας μην ασκούμε υπερβολική πίεση. Το παιδί, κάτω από καθεστώς υπερβολικής πίεσης, δε συγκεντρώνεται εύκολα, εξαιτίας του φόβου της αποτυχίας.
  • Ας ταχθούμε στο πλευρό των καθηγητών. Μην τους αμφισβητούμε ποτέ μπροστά στο παιδί, ακόμη και αν δε συμφωνούμε με κάποιες μεθόδους διδασκαλίας.
  • Ας ενισχύσουμε την αυτοεκτίμησή τους. Ο δρόμος για την επιτυχία δεν είναι ανοιχτός μόνο για τους έξυπνους ή στους χαρισματικούς. Είναι ανοιχτός για όλους τους ψυχικά αυτόνομους και υγιείς ανθρώπους.

Τ Ε Λ Ο Σ   Μ Η Ν   Ξ Ε Χ Ν Α Μ Ε :

Οι γονείς παρέχουν τη μεγαλύτερη υποστήριξη όταν παραμένουν στη σκιά, παρακολουθούν, ακούν, μαθαίνουν για το παιδί τους και είναι περήφανοι για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, με τα καλά και τα άσχημά της. Όχι όταν είναι απογοητευμένοι από αυτό και εύχονται να ήταν διαφορετικό !!!

Με εκτίμηση

Σταυρούλα Κωνσταντάκου – Οικονόμου

Υπεύθυνη Τμήματος Συμβουλευτικής

Πηγή: alfavita.gr

«Αυτό που χρειάζονται τα παιδιά, εξίσου με τους υπολογιστές και τα βιβλία, είναι η σχέση με τους ενήλικες που νοιάζονται γι αυτά». Τζέϊμς Κόμερ

της Σταυρούλας Δ. Κωνσταντάκου Οικονόμου, ψυχολόγου-ψυχοθεραπεύτριας-ψυχοθεραπεία παιδιών, stconst@otenet.gr

Ξεκινώντας τη νέα σχολική χρονιά, οι περισσότεροι γονείς θα συμφωνήσουμε ότι συχνά δίνουμε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση, επειδή ίσως γνωρίζουμε την δύναμη που έχει να επηρεάζει πολύ το μέλλον των παιδιών μας στο έξω κόσμο. Στο δύσκολο αυτό έργο, επειδή καλούμαστε να γίνουμε οι προπονητές της επιτυχίας στη μάθηση των παιδιών μας, ας ακολουθήσουμε κάποια βασικά βήματα που θα οδηγήσουν με ασφάλεια τα παιδιά μας στην επιτυχία.

  • Ας αποφύγουμε την υπερβολικά ελαστική στάση απέναντι τους. Τα παιδιά μπορεί να αποθαρρυνθούν όταν συστηματικά παραμερίζουμε κάθε εμπόδιο από το δρόμο τους, γιατί έτσι τους στερούμε την ευκαιρία να ασκήσουν την προσωπική τους δυναμική για την ανάπτυξή των ικανοτήτων τους.
  • Ας ενθαρρύνουμε τους ιδιαίτερους τρόπους που το παιδί μαθαίνει καλύτερα (αφομοιώνει καλύτερα το πρωί, το μεσημέρι, ή το βράδυ, προτιμά να διαβάζει μόνο του ή με παρέα, εν πλήρη ησυχία ή με μουσική υπόκρουση.)
  • Ας μάθουμε το παιδί μας να εκτιμά την πρόοδο του και όχι τους βαθμούς και να θεωρεί τα λάθη του μαθήματα και όχι αποτυχίες.
  • Ας δημιουργήσουμε στο παιδί κάθε φορά μικρούς στόχους, τέτοιους που να μην το απογοητεύουν και ας του μάθουμε κυρίως να επιμένει στους στόχους που το ίδιο θέτει.
  • Ας μην ενισχύσουμε την πιστή αποστήθιση χωρίς την κατανόηση του κειμένου. Η αποστήθιση είναι μια άχρηστη και κοπιαστική άσκηση στο βωμό της βαθμοθηρίας.
  • Ας μη βάζουμε ταμπέλες στα παιδιά. Χαρακτηρισμοί όπως «προικισμένος» , «μέτριος» , «αργόστροφος» μειώνουν τη αυτοεκτίμηση τους και ενισχύουν το φόβο της αποτυχίας.
  • Ας ενθαρρύνουμε τα παιδιά σ’αυτό που δεν μπορούν. Ας τους θυμίσουμε πιο πολύ τις επιτυχίες τους παρά τις αποτυχίες. Έτσι θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε τις μαθησιακές αδυναμίες σε μαθησιακούς στόχους.
  • Ας διαχωρίσουμε τις προσδοκίες, συναισθήματα, προτιμήσεις μας από εκείνες των παιδιών μας. Όσο λάθος είναι να μην ενθαρρύνουμε το ταλέντο, τόσο λάθος είναι να το ενθαρρύνουμε για δικούς μας λόγους.
  • Ας τονίσουμε την μοναδικότητά του. Ας σκεφτούμε ότι κάθε παιδί είναι προικισμένο και ικανό, φτάνει να αναδείξουμε τα ιδιαίτερα χαρίσματά του.
  • Ας στηρίξουμε τα ενδιαφέροντά του με το συμμεριζόμαστε την ευχαρίστησή του. Μόνο τότε θα γίνει ανεκτικό σε δραστηριότητες που δεν το ενδιαφέρουν.
  • Ας μην ασκούμε υπερβολική πίεση. Το παιδί, κάτω από το καθεστώς έντονης πίεσης δεν συγκεντρώνεται λόγω του φόβου αποτυχίας.
  • Ας ταχθούμε στη ίδια ομάδα με το δάσκαλο. Μην τον αμφισβητούμε ποτέ μπροστά στο παιδί ακόμα κι αν δε συμφωνούμε με κάποιες μεθόδους διδασκαλίας.
  • Δίκαιοι είμαστε όταν δεν δίνουμε την ίδια μεταχείριση στα παιδιά, αλλά κάθε παιδί λαμβάνει αυτό που χρειάζεται κάθε φορά.
  • Ας ενισχύσουμε την αυτοεκτίμηση τους. Ο δρόμος για την επιτυχία δεν αφορά μόνο τους έξυπνους ή τους χαρισματικούς αλλά τους ψυχικά αυτόνομους και υγιείς.

Τέλος μην ξεχνάμε: Οι γονείς παρέχουν μεγαλύτερη υποστήριξη όταν παραμένουν στην σκιά, παρακολουθούν, ακούνε και μαθαίνουν για το παιδί τους και είναι περήφανοι για αυτό και όχι λυπημένοι που δεν έχουν κάποιο άλλο.

Πηγή: familylife.gr