Της Ιωάννας Συντήλα

Περίληψη

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να περιγράψει τον ρόλο και την χρησιμότητα του παιχνιδιού και των τεχνικών της παιγνιοθεραπείας (ΠΘ) στη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (ΓΣΘ) παιδιών και εφήβων, καθώς και να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο συνδυασμός των δύο μορφών θεραπείας και τα προγράμματα που έχουν αναπτυχθεί και εφαρμοστεί κάτω από αυτή τη συλλογιστική. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε αναζήτηση άρθρων, με ηλεκτρονική πρόσβαση από τις βιβλιοθήκες του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, καθώς και βιβλίων και διπλωματικών σχετικών με το θέμα, με πρόσβαση από τη βιβλιοθήκη ¨Κωνσταντίνος Ευθυμίου¨ του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το παιχνίδι καθίσταται απαραίτητο στη δουλειά με τα παιδιά και τους εφήβους και η γνωσιακή συμπεριφοριστική παιγνιοθεραπεία (ΓΣΠΘ) αποτελεί αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση για μια πληθώρα διαταραχών της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας. Αναπτυξιακά κατάλληλα για κάθε ηλικία παιχνίδια και τεχνικές παιχνιδιού εντάσσονται σε όλα τα στάδια της θεραπείας, συμβάλλοντας στην δημιουργία και εγκαθίδρυση μιας καλής θεραπευτικής σχέσης, στην αποτελεσματικότερη ψυχοεκπαίδευση των συμμετεχόντων, στην γνωσιακή αναδόμηση δυσλειτουργικών πεποιθήσεων και στην εκπαίδευση απαραίτητων κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων. Δομημένα προγράμματα ΓΣΠΘ πρόληψης κι αντιμετώπισης ψυχολογικών δυσκολιών σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο παρέχουν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των ειδικών που δουλεύουν με παιδιά, εφήβους και τις οικογένειές τους.

 

Λέξεις – κλειδιά: παιχνίδι, παιγνιοθεραπεία, γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία, θεραπευτικά προγράμματα, παιδιά, έφηβοι

 

Εισαγωγή

Η γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (ΓΣΘ) είναι μια επιστημονικά τεκμηριωμένη θεραπεία με ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών (1).  Στηρίζεται στην βασική αρχή ότι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές του ατόμου καθορίζονται από τον τρόπο που σκέφτεται και βάσει του οποίου δομεί τον κόσμο. Οι σκέψεις του βασίζονται στα σχήματα, δηλαδή στα συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει από προηγούμενες εμπειρίες αλλά και από γονεϊκές και κοινωνικές επιδράσεις. Λανθασμένη μάθηση και λανθασμένα συμπεράσματα για τον εαυτό, τους άλλους και το μέλλον θεωρείται ότι συμβάλλουν στη δημιουργία ή διατήρηση κι επιδείνωση των ψυχολογικών δυσκολιών (2,3). Η συγκεκριμένη μορφή θεραπείας, είναι δομημένη, κατευθυντική και συχνά βραχύχρονη. Εστιάζει στη διόρθωση των δυσλειτουργικών σκέψεων και των αρνητικών συμπεριφορών, ώστε το άτομο να ανακτήσει την λειτουργικότητά του (4). Ωστόσο, η εφαρμογή των ΓΣ τεχνικών και πρωτοκόλλων, όπως εφαρμόζονται στους ενήλικες, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε παιδιά κι εφήβους χωρίς τροποποιήσεις. Τόσο στην περίπτωση μικρότερων παιδιών που δεν έχουν ακόμα καλά ανεπτυγμένες γλωσσικές και γνωστικές ικανότητες, όσο και στην περίπτωση μεγαλύτερων παιδιών και εφήβων που δεν έχουν ιδιαίτερο κίνητρο για να κατανοήσουν και να συνεργαστούν με τις ΓΣ τεχνικές (π.χ. δεν επιθυμούν να κάνουν τις εργασίες για το σπίτι, αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, έχουν μειωμένο εύρος προσοχής και η συνεδρία πραγματοποιείται μετά από μια κουραστική ημέρα στο σχολείο), είναι αναγκαία η αναπτυξιακά κατάλληλη προσαρμογή των ΓΣ πρωτοκόλλων (5). Η παιγνιοθεραπεία (ΠΘ), που αποτελεί, μια θεραπευτική παρέμβαση με υπόβαθρο από διάφορες ψυχολογικές θεωρίες και είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη ανά τα χρόνια για την αποτελεσματικότητά της σε παιδιά και εφήβους (6), μπορεί να συνδυαστεί με τις ΓΣ τεχνικές και δίνει λύση στο ανωτέρω πρόβλημα.

Η σημασία του παιχνιδιού στη θεραπευτική  προσέγγιση παιδιών

Το παιχνίδι είναι αναπόσπαστη δραστηριότητα της καθημερινότητας των παιδιών και η σημασία του στη ζωή τους είναι σημαντική. Συμβάλει στη γνωστική, συναισθηματική, κινητική και κοινωνική τους ανάπτυξη (7). Αποτελεί τη «φυσική» τους γλώσσα, το μόνο και πιο ισχυρό μέσο που έχουν από πολύ μικρή ηλικία για να εκφράσουν τι σκέφτονται και τι αισθάνονται. Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά μαθαίνουν, πειραματίζονται, ευχαριστιούνται, απογοητεύονται και ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Ωριμάζουν και γίνονται υπεύθυνα. Μοιράζονται ρόλους και ευθύνες, επιλύουν προβλήματα, σχεδιάζουν ιστορίες και προσποιούνται πως είναι κάποιος άλλος, αναπτύσσοντας, έτσι, έμμεσα την ικανότητα της ενσυναίσθησης (5,7).  

Το να αποδώσει κανείς μ’ έναν και μοναδικό ορισμό όλες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που απαρτίζουν το παιχνίδι καθίσταται αρκετά δύσκολο. Ανά τα χρόνια, παρατηρούμε να θεωρείται μεταξύ άλλων μέσο αφομοίωσης των γνώσεων- εμπειριών (8), μέσο γνώσης κι ανάπτυξης (9) και τρόπος έκφρασης συναισθημάτων και εμπειριών (10).  

Οι μορφές του παιχνιδιού (π.χ. φυσικό παιχνίδι, συμβολικό παιχνίδι, παιχνίδι προσποίησης ρόλων, παιχνίδι με κανόνες) και η εξέλιξή του είναι ανάλογα της ανάπτυξης των παιδιών, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τις εκάστοτε ηλικιακής κατηγορίας. Ακόμα όμως και παιδιά διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικής κουλτούρας μπορούν να επικοινωνήσουν μέσω του παιχνιδιού, ξεπερνώντας εθνικές, γλωσσικές και άλλες διαφορές.(5)

Σύμφωνα με την Drewes (5), το παιχνίδι, από μόνο του, έχει θεραπευτικές ιδιότητες, ενώ σε συνδυασμό με αποτελεσματικές θεραπευτικές μεθόδους γίνεται ένας εν δυνάμει παράγοντας αλλαγής στη θεραπεία παιδιών και εφήβων. Η ΠΘ ορίζεται ως «η συστηματική χρήση ενός θεωρητικού μοντέλου για την εγκαθίδρυση μιας διαπροσωπικής διαδικασίας, στην οποία οι εκπαιδευμένοι παιγνιοθεραπευτές χρησιμοποιούν τις θεραπευτικές ιδιότητες του παιχνιδιού για να βοηθήσουν τους πελάτες να προλάβουν ή να επιλύσουν ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και να επιτύχουν τη βέλτιστη ανάπτυξη κι εξέλιξη»(11).

Ο Schaefer (12) υποστηρίζει ότι το παιχνίδι αποτελείται από πολλές συγκεκριμένες πανίσχυρες ιδιότητες, αν και αυτές δεν είναι πάντα ορατές (Πίνακας 1). Η κατανόηση αυτών ως μέσων αλλαγής βοηθάει τον θεραπευτή να επιτελέσει πιο αποτελεσματικά το ρόλο του και πάντα ανάλογα με τις θεραπευτικές ανάγκες κάθε παιδιού (13). Σύμφωνα με τον Schaefer (12), αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες ή θεραπευτικοί μηχανισμοί του παιχνιδιού είναι 25. Στους σημαντικότερους αυτών, περιλαμβάνονται η αυτοέκφραση (παιδιά 2-10 χρονών που συχνά δυσκολεύονται να εκφράσουν λεκτικά τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους επικοινωνούν μέσω του παιχνιδιού το βίωμά τους), η πρόσβαση στο ασυνείδητο (ασυνείδητες επιθυμίες και παρορμήσεις των παιδιών μπορούν μέσω των κατάλληλα επιλεγμένων από τον θεραπευτή υλικών και παιχνιδιών να αποκαλυφθούν), η διευκόλυνση της μάθησης  [το παιχνίδι διατηρεί το ενδιαφέρον και την προσοχή των παιδιών, με αποτέλεσμα να διευκολύνει τη μάθηση περισσότερο προσαρμοστικών σκέψεων και συμπεριφορών, όπως κοινωνικών δεξιοτήτων, ιδίως όταν τα παιδιά εμπλέκονται σε αυτό πιο ενεργά (χρήση ιστοριών – αφηγήσεων, κούκλων, παιχνιδιών ρόλων)], η ψυχοκάθαρση (με την επαναλαμβανόμενη αναπαράσταση, μέσω του παιχνιδιού, τραυματικών και στρεσσογόνων καταστάσεων, το παιδί αποκτά δύναμη και έλεγχο στη διαχείρισή τους), η μείωση του στρες (stress-inoculation) – το παιδί παίζει με κούκλες το επερχόμενο στρεσσογόνο γεγονός (π.χ. γέννηση αδερφού, έναρξη σχολείου, μετακόμιση) και εξοικειώνεται με αυτό, ξέρει τι να περιμένει και μαθαίνει τρόπους αντιμετώπισης του στρες, η αντικατάσταση μιας μη επιθυμητής/ αρνητικής αντίδρασης με μια επιθυμητή/ θετική αντίδραση (counter-conditioning) – για παράδειγμα το παιδί  παίζοντας σκοτεινό δωμάτιο μπορεί να μειώσει το φόβο του για το σκοτάδι ή παίζοντας παιχνίδι ρόλων με νοσοκομειακά – ιατρικά υλικά (κάνοντας υποθετική ένεση σε μια κούκλα) μπορεί να μειώσει το άγχος του για το νοσοκομείο ή τις ενέσεις, η προαγωγή του θετικού συναισθήματος (η εμπλοκή στο παιχνίδι συμβάλει σε αυξημένη αίσθηση ευεξίας και μείωση άγχους ή καταθλιπτικού αισθήματος), η ενίσχυση της σχέσης και του δεσμού μεταξύ γονέα και παιδιού (ο γονέας συμμετέχει στη συνεδρία και διδάσκεται τρόπους να παίζει με το παιδί, ώστε να δημιουργούν και να βιώνουν θετικές εμπειρίες μεταξύ τους), η ανάπτυξη ηθικής κρίσης (όχι απλών κανόνων που μπαίνουν από τους ενήλικες), η ανάπτυξη της ικανότητας της ενσυναίσθησης και  η ενίσχυση της επάρκειας και της αίσθησης εαυτού (12). 

 

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Για πρώτη φορά, το παιχνίδι χρησιμοποιήθηκε ως θεραπευτικό μέσο τη δεκαετία του 1920 από τον Hermione Hug-Hellmuth (14) και στη συνέχεια από θεραπευτές ψυχαναλυτικής προσέγγισης, όπως την Anna Freud, την Margaret Lowenfeld και την Melanie Klein (14, 15). Την ίδια περίοδο, η Virginia Axline, επηρεασμένη από την προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers, δημοσιεύει τη δουλειά της πάνω στην παιδοκεντρική παιγνιοθεραπεία και την αποτελεσματικότητα αυτής (5). Οι Louise Guerney και Garry Landreth συνεχίζουν τη διάδοση της παιδοκεντρικής παιγνιοθεραπείας, ενώ ο Clark Moustakas προσπαθεί να ενσωματώσει τις αρχές της υπαρξιακής θεωρίας στη δουλειά με τα παιδιά κι ασχολείται με τη σχέση του παιγνιοθεραπευτή και του παιδιού (relationship play therapy) (7). Εν συνεχεία, ο Violet Oaklander αναπτύσσει τη βασισμένη στην gestalt παιγνιοθεραπεία (gestalt-based play therapy), οι Bernard και Louise Guerney αναπτύσσουν την «υική ή θυγατρική θεραπεία» (filial therapy), διδάσκοντας στους γονείς να χρησιμοποιούν την παιγνιοθεραπεία στο σπίτι και η Susan Knell χρησιμοποιεί ευρέως τον συνδυασμό της ΓΣΘ με την ΠΘ σε παιδιά κι εφήβους  (7). Η παιγνιοθεραπεία, όπως γίνεται φανερό, δεν έχει διαμορφωθεί από μια μοναδική προσέγγιση, αλλά περιλαμβάνει στοιχεία από πολλές προσεγγίσεις και θεωρητικές απόψεις.

Παραδοσιακά λοιπόν, η ΠΘ είχε επίκεντρο το παιδί και ήταν μη κατευθυντική (16). Πλέον όμως, δεν είναι πάντα μη κατευθυντική (π.χ. ο θεραπευτής εξίσου με το παιδί επιλέγει τα υλικά και τις δραστηριότητες), ενώ συμπεριλαμβάνει στη διαδικασία τους γονείς, αλλά και άλλα μέσα, πέραν των παραδοσιακών, όπως το δράμα, τη μουσική, το χορό, την ποίηση και υλικά όπως η άμμος κ.ο.κ. (15). Η ΓΣΠΘ, με τη μορφή που έχει σήμερα, είναι δομημένη, κατευθυντική και προσανατολισμένη στο στόχο (ο θεραπευτής θέτει τους στόχους μαζί με τους γονείς και το παιδί κι ακολούθως γονείς και θεραπευτής βοηθούν το παιδί να τους πετύχει). Περιλαμβάνει εμπειρικά τεκμηριωμένες ΓΣ τεχνικές που παρουσιάζονται στο παιδί μέσω παιχνιδιού και επιτρέπει τον εμπειρικό έλεγχο των θεραπευτικών αποτελεσμάτων (17).

Υλικό και Μέθοδοι

Για την αναζήτηση των άρθρων της παρούσας εργασίας, πραγματοποιήθηκε ηλεκτρονική αναζήτηση μέσω της ηλεκτρονικής τοποθεσίας των βιβλιοθηκών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης[1]. Οι όροι-λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση ήταν: cognitive behavioral therapy, play therapy, play therapy techniques, cognitive behavioral play therapy, therapeutic programs. Για τον σκοπό της παρούσας ανασκόπησης επιλέχθηκαν αγγλόφωνα άρθρα που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία 60 χρόνια κι εστίαζαν στον συνδυασμό των δύο μορφών θεραπείας – της ΠΘ και της ΓΣΘ – για την αντιμετώπιση διάφορων ψυχολογικών διαταραχών. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε αναζήτηση βιβλίων και διπλωματικών στην βιβλιοθήκη “Κωνσταντίνος Ευθυμίου” του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς. Οι όροι-λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση στα αγγλικά χρησιμοποιήθηκαν και στα ελληνικά (γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία, παιγνιοθεραπεία, τεχνικές παιγνιοθεραπείας, γνωσιακή συμπεριφοριστικής παιγνιοθεραπεία, θεραπευτικά προγράμματα).

Ευρήματα

Η χρήση του παιχνιδιού στη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία

Η θεραπεία με τη χρήση παιχνιδιού έχει πολλά να προσφέρει στην αυξανόμενη χρήση των επιστημονικά τεκμηριωμένων ΓΣ θεραπειών και αμφίδρομα η ΓΣΘ έχει να προσφέρει στη θεραπεία μέσω παιχνιδιού. Το παιχνίδι βοηθάει το ΓΣ θεραπευτή να αποκτήσει πρακτικές δεξιότητες και τεχνικές, ώστε να επικοινωνεί με τα παιδιά με το φυσικό τους μέσο έκφρασης και να τα βοηθάει να εμπλέκονται στην θεραπεία και να διατηρούν την προσοχή τους, όταν η διαδικασία δεν είναι τόσο δελεαστική και ενδιαφέρουσα γι’ αυτά (π.χ. στο στάδιο της ψυχοεκπαίδευσης). Επιπρόσθετα, συμβάλλει στην δημιουργία και διατήρηση μιας καλής θεραπευτικής σχέσης, καθώς μέσω του παιχνιδιού, τόσο τα μικρότερα παιδιά που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά λεκτικά, όσο και τα μεγαλύτερα που δείχνουν αντίσταση στη θεραπευτική διαδικασία, νιώθουν άνετα και ότι βρίσκονται σ’ ένα ασφαλές πλαίσιο, στο οποίο μπορούν να εκφραστούν και να είναι ο εαυτός τους (18). Η ΓΣΘ από την πλευρά της παρέχει μια ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση που επιτρέπει τη γενίκευση των δεξιοτήτων που αποκτώνται και σε άλλα πλαίσια εκτός θεραπείας. Συμβάλλει στην αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με τη ρύθμιση του συναισθήματος, την αυτοεκτίμηση, την επίλυση προβλημάτων, καθώς και ελλειμμάτων στις κοινωνικές δεξιότητες (5).

H ενσωμάτωση του παιχνιδιού στη ΓΣΘ, μέσω αναπτυξιακά κατάλληλων για κάθε παιδί παιχνιδιών, έχει βρεθεί να είναι αποτελεσματική για την αντιμετώπιση μιας πλειάδας διαταραχών, κυρίως για παιδιά προσχολικής ηλικίας (17), αλλά και για μεγαλύτερα παιδιά, μέχρι 12 ετών. Στην περίπτωση των εφήβων, σαφώς υπάρχουν ΓΣ τεχνικές που ενσωματώνουν το παιχνίδι, αλλά δεν είναι τόσο απαραίτητες σε όλα τα στάδια της θεραπευτικές διαδικασίας, όσο στην περίπτωση παιδιών 4-12 ετών[2].

 

Τρόπος συγκερασμού ΓΣΘ με ΠΘ

Το παιχνίδι εντάσσεται στην ΓΣΘ παιδιών σε όλα τα στάδια. Στο αρχικό στάδιο, οι γονείς, κατόπιν συνάντησης και κατευθυντήριων οδηγιών με τον γνωσιακό συμπεριφοριστικό παιγνιοθεραπευτή, προετοιμάζουν το παιδί για τη θεραπεία. Σε επόμενο στάδιο ακολουθεί η διαγνωστική αξιολόγηση των προβλημάτων που παρουσιάζει το παιδί, μέσω της παρατήρησης του παιδιού, συνέντευξης με τους γονείς, ερωτηματολογίων συμπλήρωσης από τους γονείς, αυτοσυμπληρούμενων ημιτελών προτάσεων από τα παιδιά (sentence completion tests) (19) και για μικρότερα παιδιά πιο απλές ημιτελείς προτάσεις, που παρουσιάζονται στα νήπια με κούκλες, δίνοντάς τους το παράδειγμα του πώς να απαντήσουν (puppet sentence completion task) (19). Επόμενο στάδιο, το «μεσαίο στάδιο», περιλαμβάνει τον θεραπευτικό σχεδιασμό – παρέμβαση, με στόχο την αύξηση του αυτοελέγχου του παιδιού, της αίσθησης επάρκειας και της εκμάθησης πιο λειτουργικών αντιδράσεων σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Επιπρόσθετα, πραγματοποιούνται γενίκευση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων και πρόληψη υποτροπής. Στο τελικό στάδιο γονείς και παιδί προετοιμάζονται για τον τερματισμό της θεραπείας (20).

Η βασική δομή της ΓΣΘ με τον συγκερασμό της με την ΠΘ παραμένει αμετάβλητη, αλλά τροποποιούνται οι τρόποι ολοκλήρωσης κάθε θεραπευτικού σταδίου (4, 5, 7, 17) (Πίνακας 2).

Στο στάδιο της ψυχοεκπαίδευσης, αντί των λεκτικών-αναγνωστικών μεθόδων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν: α) κούκλες, με τη βοήθεια των οποίων ο θεραπευτής απεικονίζει τις απαραίτητες πληροφορίες, β)  κάρτες με σύντομες περιγραφές αντί ενός φυλλαδίου, γ) κάρτες με φωτογραφίες ή ζωγραφιές που απεικονίζουν συμπτώματα, ώστε τα παιδιά να μάθουν να αναγνωρίζουν ποια από αυτά βιώνουν και δ) θεραπευτικές ιστορίες που περιγράφουν συμπτώματα και τρόπους αντιμετώπισης (5).

Η εκπαίδευση στην αναγνώριση κι έκφραση συναισθημάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάφορα παιχνίδια, όπως:

α) το «παιχνίδι λέξεων με συναισθήματα» (the feeling word game), στο οποίο ο θεραπευτής μαζί με το παιδί φτιάχνουν φύλλα με συναισθήματα –σε κάθε φύλλο αναγράφεται κι από ένα συναίσθημα- και φτιάχνουν ιστορίες, τοποθετώντας πάνω σε κάθε φύλλο χαρτιού μια ή περισσότερες μάρκες, ανάλογα με το αν το συγκεκριμένο συναίσθημα που απεικονίζεται ή είναι γραμμένο στο φύλλο παρουσιάζεται στην ιστορία που αφηγούνται και σε τι ποσοστό (21).

β) το «χρωμάτισε τη ζωή σου» (color-your-life), στο οποίο ο θεραπευτής ζητάει από το παιδί να φτιάξει ζευγάρια χρωμάτων-συναισθημάτων κι έπειτα να ζωγραφίσει σ’ ένα λευκό χαρτί την πορεία της ζωής του με τα χρώματα που θεωρεί ότι υπάρχουν σ’ αυτήν (21).

Κατά το στάδιο της γνωσιακής αναδόμησης, η εξήγηση της σύνδεσης σκέψεων – συναισθηματών – συμπεριφορών μπορεί να πραγματοποιηθεί με δραστηριότητες, όπως: α) ντόμινο (dominoes) τοποθετημένα σε κύκλο (δείχνοντας την επίδραση του ένα που πέφτει και ρίχνει όλα τα άλλα), β) με τη χρήση σκοινιού που το κρατούν τοποθετημένοι σε τρίγωνο 3 έφηβοι ή ένας έφηβος, ένα μέλος της οικογένειας και ο θεραπευτής. Κάθε άτομο κρατά 2 κομμάτια σχοινιού που συνδέουν το άτομο με το μέλος που βρίσκεται στα δεξιά του και στα αριστερά του. Ένας συμμετέχων δηλώνει μια δυσλειτουργική σκέψη και τραβάει το σχοινί στα δεξιά του, το οποίο προκαλεί τη δήλωση ενός δυσάρεστου συναισθήματος που προέρχεται από την δυσλειτουργική σκέψη. Ακολουθεί το τράβηγμα του σκοινιού από τον δεύτερο συμμετέχοντα στον τρίτο, ο οποίος πρέπει να κατονομάσει μια αντίστοιχη του συναισθήματος συμπεριφορά (5), γ) μέσω της μεθόδου «lose your bruise» (22), με τη χρήση σπαθιού και ασπίδας. Ο θεραπευτής πετάει μπάλες στο παιδί και ταυτόχρονα εκφωνεί αρνητικές δηλώσεις προερχόμενες από το ίδιο το παιδί (π.χ. σ’ ένα παιδί που λέει ότι είναι χαζό (negative self-talk), ο θεραπευτής πετώντας τη μπάλα του λέει «είμαι χαζός»). Το παιδί πρέπει να αποκρούσει τις μπάλες με την ασπίδα και το ξίφος, λέγοντας στην θέση των αρνητικών δηλώσεων άλλες θετικές (π.χ. «είμαι καλός στα μαθηματικά», όχι απαραίτητα το ακριβώς αντίθετο της δήλωσης του παιδιού). Με τον τρόπο αυτό, χρησιμοποιώντας το νου και το σώμα, τα παιδιά εξωτερικεύουν τις σκέψεις τους και νιώθουν πιο δυνατά. Διδάσκονται επίσης πως η άμυνα (ασπίδα) παρέχει καλύτερη προστασία από την επίθεση (σπαθί – ξίφος). Η συγκεκριμένη τεχνική μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις, όπως στο άγχος (π.χ. «ίσως πάρω 100 στο τεστ» αντί «πρέπει να πάρω 100 στο τεστ») και σε περιπτώσεις κακοποίησης που το παιδί πιστεύει τα ψέματα που του είπε ο δράστης (π.χ. «δεν έκανα κάτι κακό» ή «δεν είναι δικό μου λάθος», αντί «εγώ φταίω, είναι δικό μου λάθος»), δ) με την τεχνική της «καυτής καρέκλας» (hot seat) (5), παρόμοιας με την τεχνική «lose your bruise”, στην οποία ένα παιδί από την ομάδα κάθεται στην «καυτή καρέκλα», ενώ τα υπόλοιπα παιδιά της ομάδας του φωνάζουν αρνητικές σκέψεις. Το παιδί στην «καυτή καρέκλα» πρέπει αμέσως να απαντάει με θετικές σκέψεις. Ένα άλλο μέλος της ομάδας παίρνει το ρόλο του προπονητή, που βοηθά το παιδί στην καυτή καρέκλα να απαντήσει, ε) με τη χρήση διαδραστικών μεταφορών ή ιστοριών, οι οποίες μπορούν να διδάξουν λειτουργικούς τρόπους σκέψης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η μεταφορά: «καλός-κακός προπονητής» (5), στην οποία τα παιδιά δηλώνουν ποιος είναι ο αγαπημένος τους αθλητής και απαντούν στην ερώτηση αν ο συγκεκριμένος αθλητής παίζει κάθε φορά το ίδιο καλά. Ακολουθούν ερωτήσεις για το τι πιστεύει το παιδί ότι θα έλεγε στον αθλητή ένας κακός προπονητής σε μια άσχημη εμφάνιση και το τι θα του έλεγε ένας καλός προπονητής και οι απαντήσεις καταγράφονται σε αντίστοιχες καρτέλες. Μετά την καταγραφή, εξηγείται στο παιδί ότι μέσα στο κεφάλι του υπάρχει μια φωνή (όπως του προπονητή) που του μιλάει κατ’ αντίστοιχο τρόπο και ανάλογα με τις δηλώσεις που κάνει (θετικές – αρνητικές) τον κάνει να νιώθει και διαφορετικά, ζ) με το «βάρη και μπαλόνια», (weights and balloons) (21), παιχνίδι στο οποίο ο θεραπευτής καλεί το παιδί να απαριθμήσει αρνητικές σκέψεις του και για κάθε μια από αυτές του δίνει να κρατήσει κάτι βαρύ (τουβλάκια, πέτρες κ.τ.λ.), εξηγώντας πως οι αρνητικές σκέψεις τελικά επηρεάζουν το συναίσθημα. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία, με το παιδί να απαριθμεί θετικές σκέψεις κι ο θεραπευτής να του δίνει κάτι ελαφρύ (π.χ. μπαλόνια).

Δεξιότητες αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων και στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων μπορούν να διδαχθούν στα παιδιά μέσω παιχνιδιών και δραστηριοτήτων. Ένα τέτοιο παιχνίδι είναι το «coping fish» (4), το οποίο αποτελείται από χάρτινες εικόνες ψαριών με μαγνήτες στο στόμα, που στην πίσω τους όψη έχουν εικόνες παιδιών που εμπλέκονται σε στρατηγικές αντιμετώπισης (άλλες χρήσιμες, άλλες όχι), συνοδευόμενες και από το όνομα της κάθε στρατηγικής. Τα παιδιά προτρέπονται «να πάνε για ψάρεμα» και να αποφασίσουν αν θα κρατήσουν τα ψάρια που πιάνουν ή όχι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην ξαναπιάσουν τα ψάρια που άφησαν, ανάλογα με το αν η στρατηγική που είναι εγγεγραμμένη πίσω από κάθε ψάρι τα κάνει να αισθάνονται καλύτερα ή χειρότερα.

Η συστηματική απευαισθητοποίηση μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση παιχνιδιών και ευχάριστων δραστηριοτήτων, καθώς το παιχνίδι μπορεί να βοηθήσει στην αποσύνδεση του ερεθίσματος από τις δυσλειτουργικές απαντήσεις. Τα παιδιά μέσω του παιχνιδιού και της ζωγραφικής εκδραματίζουν καταστάσεις, αποκτώντας έλεγχο σε αυτές. Επίσης, οι ιστορίες με θέματα και ήρωες που τα παιδιά μπορούν να ταυτιστούν, τα βοηθάει να μην νιώθουν μόνα (καθώς κι άλλοι έχουν αισθανθεί και βιώσει τα ίδια μ’ εκείνα) και τους δίνει ιδέες για τρόπους αντιμετώπισης προβλημάτων (17).

Η αναγνώριση του θυμού ως ενός συνηθισμένου κι αποδεκτού συναισθήματος και η εκμάθηση κατάλληλων τρόπων έκφρασής του (λεκτικά ή/και κιναισθητικά) μπορούν να πραγματοποιηθούν με τη χρήση παιχνιδιών όπως τα «μπαλόνια της οργής» (balloons of anger) και το «τρελό παιχνίδι» (the mad game) (21)[3].

Θεραπευτικά προγράμματα:

Ορισμένα από τα πιο γνωστά θεραπευτικά προγράμματα που συνδυάζουν την ΠΘ με την ΓΣΘ παρουσιάζονται παρακάτω. Στο παρόν άρθρο έχουν ταξινομηθεί βάσει των διαταραχών στις οποίες στοχεύει η δράση τους, είτε προληπτικά είτε θεραπευτικά.

[1] http://solo.bodleian.ox.ac.uk/primo_library/libweb/action/search.do

 

[2] Αναλυτικότερη αναφορά γίνεται παρακάτω, στο κομμάτι «Θεραπευτικά προγράμματα»

[3] Για περισσότερες τεχνικές και δημιουργικές παρεμβάσεις βλέπε: Hall, Kaduson, Schaefer (21) και στο Favourite therapeutic activities for children and teens (52).

Συναισθηματικές / αγχώδεις διαταραχές:

  1.  Το πρόγραμμα Friends (23), αποτελεί το κυρίαρχο και πλέον χρησιμοποιούμενο σήμερα πρόγραμμα πρόληψης άγχους, βοηθώντας τα παιδιά, 6 έως 11 ετών και τους εφήβους, 12 έως 16 ετών, να αντιμετωπίσουν συναισθήματα φόβου, ανησυχίας και κατάθλιψης. Διδάσκονται γνωσιακές και συναισθηματικές δεξιότητες και ενισχύουν την αυτοπεποίθηση και την συναισθηματική ανθεκτικότητά τους (24). Στην Ελλάδα το αντίστοιχο πρόγραμμα έχει αναπτυχθεί από τις Ψύλλου και Ζαφειροπούλου και λέγεται «Τα Φιλαράκια» (25). Αργότερα, το πρόγραμμα τροποποιήθηκε ώστε να απευθύνεται προληπτικά και σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, 4 έως 6 ετών (25). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το έχει αναγνωρίσει ως το μόνο εμπειρικά τεκμηριωμένο πρόγραμμα, αποτελεσματικό στη μείωση του άγχους, ως μια παγκόσμια και στοχευμένη παρέμβαση (27). Περιλαμβάνει 10 συνεδρίες με το παιδί, 2 αναμνηστικές συνεδρίες και 4 συνεδρίες με τους γονείς[1]. Η λέξη «friends» είναι ένα ακρώνυμο που περιλαμβάνει τα αρχικά των βασικών βημάτων που πρέπει να θυμούνται τα παιδιά [F: Feelings (talk about your feelings and care about other people’s feelings); R: Relax (remember to relax. Have a quiet time); I: I can do it! (I can try my best!); E: Encourage (explore solutions and coping step plans); N: Now reward yourself! You’ve done your best! ; D: Don’t forget to practice; S: Smile! Stay calm and talk to your support networks] (26). Η αποτελεσματικότητα του παρόντος ομαδικού προγράμματος έχει αποδειχθεί ερευνητικά (24).
  2.  Το πρόγραμμα «Cool kids» (28) αναπτύχθηκε και εφαρμόζεται από το Πανεπιστήμιο Macquarie της Αυστραλίας από το Διδάσκει στα παιδιά και στους γονείς τους πώς να διαχειρίζονται καλύτερα το άγχος. Απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους, ηλικίας 7 έως 17 ετών και μπορεί να εφαρμοστεί είτε σε ατομικό είτε σε ομαδικό επίπεδο. Περιλαμβάνει 12 μονόωρες (ατομικές) ή δίωρες (ομαδικές) συνεδρίες, στην διάρκεια των οποίων πραγματοποιείται ψυχοεκπαίδευση, γνωσιακή αναδόμηση, γονεϊκές δεξιότητες, έκθεση, εκπαίδευση σε κοινωνικές δεξιότητες και βελτίωση των στρατηγικών αντιμετώπισης δυσκολιών (29). Έχουν αναπτυχθεί διάφορες εκδοχές του παρόντος προγράμματος, όπως αυτή μέσω ίντερνετ, τηλεφώνου ή cd rom για εξ’ αποστάσεως παρακολούθηση, ενώ έχει μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες εκτός της Αγγλικής. Πολλές μελέτες τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα του προγράμματος, με τουλάχιστον μια να δείχνει τη διατήρηση των θετικών αποτελεσμάτων ένα χρόνο μετά το τέλος της παρέμβασης (30).

Εξωτερικευμένα προβλήματα συμπεριφοράς

Διαχείριση θυμού – επιθετικότητας – διαταραχής διαγωγής:

  1.  Το πρόγραμμα «Coping Power» (31), απευθύνεται σε παιδιά που μεταβαίνουν από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά. Από τα δύο κύρια συστατικά μέρη του προγράμματος, το πρώτο εφαρμόζεται στους γονείς ή/και στους δασκάλους και περιλαμβάνει εκπαίδευση σε συμπεριφοριστικές τεχνικές και το δεύτερο εφαρμόζεται στα παιδιά με εκπαίδευση σε ΓΣ τεχνικές, χρησιμοποιώντας δομημένες τεχνικές παιχνιδιού, όπως κούκλες, παιχνίδια ρόλων κ.α.. Διαρκεί 18 μήνες, με εβδομαδιαίες ομαδικές συναντήσεις. Η αποτελεσματικότητα του προγράμματος έχει βρεθεί σε περιπτώσεις χρήσης ουσιών και παραβατικότητας, με διατήρηση των θεραπευτικών αποτελεσματικών ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης (31, 32).
  2.  Το πρόγραμμα «Getting along and keeping cool» (33) αποτελεί ένα ομαδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξάσκησης σε δεξιότητες με στόχο τον έλεγχο της επιθετικότητας σε νέους. Αναπτύχθηκε και εφαρμόζεται από το Κέντρο Κλινικών Παρεμβάσεων της Δυτικής Αυστραλίας, ενώ το υλικό του προγράμματος διατίθεται ελεύθερα από το Κέντρο. Περιλαμβάνει 8 ομαδικές συνεδρίες, μετά το πέρας των οποίων, στις περιπτώσεις που τα παρουσιαζόμενα προβλήματα είναι πιο περιπλεγμένα, μπορούν να ακολουθήσουν και ατομικές συνεδρίες. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα βασίζεται στο ΓΣ μοντέλο του Novaco (34) για τον θυμό και την επιθετικότητα. Τα κύρια συστατικά του προγράμματος παρέχονται μέσω ψυχοεκπαίδευσης, αυτοπαρατήρησης, ομαδικών συζητήσεων, φυλλαδίων, βίντεο και παιχνιδιών ρόλων. Το πρόγραμμα έχει δοκιμαστεί σε 9χρονια αγόρια, στο σχολικό περιβάλλον τους. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε για να στηρίξει την αποτελεσματικότητά του, βρέθηκε ότι οι συμμετέχοντες, στο τέλος της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα, είχαν μειώσει τις επιθετικές του αντιδράσεις απέναντι σε προκλητικά γι’ εκείνους γεγονότα κι ένιωθαν καλύτερα με τις αντιδράσεις τους (35).
  3.  Η θεραπεία αλληλεπίδρασης παιδιού – γονέα (Parent Child Interaction Therapy – PCIT) (36) για την αντιμετώπιση προβλημάτων συμπεριφοράς σε παιδιά ηλικίας 2-8 ετών, ενσωματώνει προσεγγίσεις ενδυνάμωσης της σχέσης με συμπεριφορικές προσεγγίσεις. Περιλαμβάνει δύο φάσεις, μια κατευθυνόμενη από το παιδί, που έχει ως στόχο την ενίσχυση του δεσμού γονέα – παιδιού, αυξάνοντας την «θετική γονεϊκότητα» και βελτιώνοντας τις κοινωνικές δεξιότητες του παιδιού και μια φάση κατευθυνόμενη από τους γονείς, η οποία εστιάζει στην βελτίωση των γονεϊκών προσδοκιών, στην ικανότητά τους να θέτουν όρια, στην συνεπή και δίκαιη πειθαρχεία και στην μείωση της μη υπακοής ή άλλων αρνητικών συμπεριφορών του παιδιού. Η κατά μέσο όρο διάρκεια του προγράμματος είναι 13 συνεδρίες. Η αποτελεσματικότητά του έχει βρεθεί σε αρκετές έρευνες (37), με διατήρηση των θετικών αποτελεσμάτων μέχρι και 6 χρόνια μετά το τέλος της παρέμβασης (38) και με γενίκευση των αποτελεσμάτων και στο σχολικό περιβάλλον, όσον αφορά τα προβλήματα διαγωγής (39).

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας:

Το πρόγραμμα «Kids Together» (40) είναι ένα ομαδικό πρόγραμμα εννέα δίωρων συνεδριών για παιδιά ηλικίας 5-16 ετών, με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας. Επιστρατεύονται σε αυτό η χρήση κούκλων, πηλού, ιστοριών και άλλων μέσων τέχνης, για την εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων. Η αποτελεσματικότητά του έχει εξεταστεί και επιβεβαιωθεί και στην αντιμετώπιση κοινωνικών, συναισθηματικών και συμπεριφοριστικών δυσκολιών σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-18 ετών (41).

Διαταραχή μετατραυματικού στρες – τραύμα – σεξουαλική κακοποίηση:

  1.  Το «Game – Based CBT Group Program» (42, 43) αποτελεί μια ομαδική θεραπευτική παρέμβαση για παιδιά και εφήβους που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά. Συνδυάζει αρχές της εστιασμένης στο τραύμα ΓΣΘ με την ΠΘ και την ομαδική θεραπεία. Τα δομημένα παιχνίδια που περιλαμβάνει εστιάζουν στην εκμάθηση και απόκτηση κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων, ώστε να βοηθήσουν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν τις τραυματικές αντιδράσεις, προβλήματα στη συμπεριφορά και άλλα αρνητικά συμπτώματα (όπως κατάθλιψη, άγχος, χαμηλή αυτοεκτιμήση). Το ομαδικό πρόγραμμα ολοκληρώνεται εντός 12 συνεδριών, αλλά δύναται να εφαρμοστεί και σε ατομικό επίπεδο (σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 4-17 ετών), ώστε να καλύψει τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε παιδιού (44). Το πρόγραμμα έχει βρεθεί να είναι αποτελεσματικό για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της μετατραυματικής διαταραχής στρες, του άγχους, της κατάθλιψης, αλλά και εξωτερικευμένων προβλημάτων συμπεριφοράς (όπως διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα, επιθετικότητα) (43,45).
  2.  H «Trauma Focused Play Therapy» (46) αποτελεί ακόμα μια θεραπεία που προέρχεται από τον συνδυασμό στοιχείων της ΠΘ με τη ΓΣΘ, για την αντιμετώπιση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Σε αυτή, προσεκτικά επιλεγμένα παιχνίδια λειτουργούν ως σύμβολα της τραυματικής εμπειρίας, με την οποία τα παιδιά την εκδραματίζουν. Απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας 5-17 ετών και τους γονείς τους και περιλαμβάνει 12 δομημένες εβδομαδιαίες συνεδρίες, στις οποίες τα παιδιά περνούν από τρεις φάσεις, α) εγκαθίδρυση ασφάλειας, β) εστίαση στο τραυματικό υλικό και επεξεργασία αυτού, γ) κοινωνική επανασύνδεση και προσανατολισμό στο μέλλον. Ωστόσο, δεν έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές έρευνες για να στηρίξουν την επιστημονική τεκμηρίωση της μεθόδου (47).

Εκπαίδευση στην γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία:

«Το κυνήγι του θησαυρού» (48), αποτελεί το πρώτο ηλεκτρονικό παιχνίδι γνωσιακής συμπεριφοριστικής κατεύθυνσης, που στοχεύει στην εξοικείωση των παιδιών ηλικίας 9-12 ετών με τις βασικές αρχές της ΓΣΘ. Δημιουργήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης το 2008 και στα ελληνικά μεταφράστηκε και προσαρμόστηκε από το Ινστιτούτο Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς. Περιλαμβάνει μια εισαγωγή, 5 ενότητες – παιχνίδια και μια τελική επαναληπτική ενότητα, οι οποίες βαθμιαία εισάγουν τα παιδιά στις βασικές αρχές του ΓΣ μοντέλου και τα εξοικειώνουν με αυτές. Τα παιδιά μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα, να συνδέουν σκέψεις με συναισθήματα και συμπεριφορές, να διαχωρίζουν θετικές από αρνητικές σκέψεις και να βρίσκουν εναλλακτικές για τις αρνητικές σκέψεις. Έχει πραγματοποιηθεί μια πρώτη αξιολόγηση της χρησιμότητάς του (πιλοτικού χαρακτήρα έρευνα), μετά τη προσαρμογή του στα Ελληνικά, η οποία έδειξε θετικά αποτελέσματα (το παιχνίδι βρέθηκε βοηθητικό για την επεξήγηση των ΓΣ εννοιών, για την αύξηση του κινήτρου του παιδιού και τη συνεργασία του και για την ενδυνάμωση της θεραπευτικής σχέσης) (48). Τα παρόντα ευρήματα είναι παρεμφερή με την έρευνα που διεξήγαγε η Brezinka, δημιουργός του παιχνιδιού (49). Διατίθεται δωρεάν σε ψυχοθεραπευτές παιδιών κι εφήβων, που έχουν παρακολουθήσει ένα ειδικό σεμινάριο εξοικείωσης με αυτό. Είναι επίσης διαθέσιμο στην Αγγλική, Γερμανική και Ολλανδική γλώσσα.

Συζήτηση

Εστιάζοντας στις διαφορετικές πτυχές του παιχνιδιού (μέσο επικοινωνίας, συναισθηματικής ευεξίας, κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ενίσχυσης της αίσθησης εαυτού) (13), καταλαβαίνει κανείς πολύ πιο συνειδητά τη σημασία του στη ζωή και την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Το παιχνίδι βοηθάει τους γονείς (όπως και τους θεραπευτές) να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες των παιδιών, όπως της ενσυναίσθησης, της ζεστασιάς, της κατανόησης, της προστασίας και της καθοδήγησης (50). Ένας γονέας που έχει την ικανότητα να μοιράζεται στιγμές απόλαυσης με το παιδί του, ώστε εκείνο να νιώθει ότι αυτός που αγαπά (ο γονέας) απολαμβάνει να βρίσκεται μαζί του και το αποδέχεται γι’ αυτό ακριβώς που είναι (και κατ’ αναλογία ένας θεραπευτής που μπορεί να μοιραστεί ανάλογες στιγμές με τους θεραπευόμενούς του) συμβάλλει στη διαδικασία ανάπτυξης κι αλλαγής (50). Η δε ικανότητα για χαρά και παιχνίδι μαθαίνεται στα παιδιά κι η μάθηση αυτή εξαρτάται από την ικανότητα των γονέων να βιώνουν χαρά και να τη μοιράζονται με τα παιδιά τους (51), (ικανότητα που και οι γονείς μπορούν να διδαχτούν στα πλαίσια της θεραπευτικής διαδικασίας). Επομένως, θεωρούμε ιδιαίτερα βοηθητική τη δυνατότητα ένταξης του παιχνιδιού στη ΓΣΘ, κυρίως για παιδιά ηλικίας 4-12 ετών. Αποτέλεσμα αυτής της ένταξης- συνδυασμού αποτελεί η ΓΣΠΘ. Η τελευταία αποτελεί έναν τρόπο να καλυφθούν οι αναπτυξιακές ανάγκες της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, εμπλέκοντας παιδιά και εφήβους δημιουργικά στην ψυχοθεραπεία. Μέσω του παιχνιδιού, η γνωσιακή αλλαγή επιτυγχάνεται με έμμεσο τρόπο, ενώ πιο λειτουργικές συμπεριφορές εντάσσονται στο ρεπερτόριο των παιδιών. Οι δραστηριότητες που βασίζονται στο παιχνίδι χρησιμοποιούνται ως εργαλεία για την εκμάθηση απαραίτητων δεξιοτήτων και στρατηγικών αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων. Επιπλέον, μέσω του παιχνιδιού, οι ανωτέρω δεξιότητες και στρατηγικές παρουσιάζονται με πιο ελκυστικό και ευχάριστο τρόπο, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η εκμάθηση και μνήμη αυτών. Τόσο στην περίπτωση των παιδιών όσο και στην περίπτωση των εφήβων, ο συγκερασμός των δυο ειδών ψυχοθεραπείας (ΓΣΘ και ΠΘ) στοχεύει στην καλύτερη συμμετοχή/εμπλοκή τους στη θεραπεία και στην αύξηση του κινήτρου τους γι’ αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο όμως το παιχνίδι εντάσσεται στη ΓΣΘ παιδιών κι εφήβων παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με την ηλικία των συμμετεχόντων. Τα μικρότερα παιδιά χρειάζονται δραστηριότητες που περιλαμβάνουν λιγότερο γράψιμο ή λεκτική έκφραση, ενώ μεγαλύτερα παιδιά κι έφηβοι ανταποκρίνονται καλύτερα σε γραπτές ή λεκτικές δραστηριότητες. Η χρήση υλικών, όπως κούκλες, μαριονέτες, πηλός, άμμος, μπαλόνια, πλαστελίνη, μπορεί να φανεί παιδική στους εφήβους, ενώ τα μικρότερα παιδιά είναι εξοικειωμένα με αυτά τα υλικά, δεδομένης της ύπαρξης τους στην καθημερινότητά τους. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται τροποποιούνται και προσαρμόζονται στο αναπτυξιακό και ηλιακό στάδιο κάθε παιδιού. Υπάρχουν όμως και τεχνικές και δραστηριότητες που θεωρούνται ελκυστικές σε όλες τις ηλικίες, χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις (σχέδιο-ζωγραφιά, εικόνες για περιγραφή συμπτωμάτων, παιχνίδια ρόλων, εκδραματίσεις).

Μια σειρά από ομαδικά ή/και ατομικά προγράμματα ΓΣΠΘ, που χρησιμοποιούνται στον παιδικό και εφηβικό πληθυσμό για την πρόληψη και αντιμετώπιση ψυχολογικών δυσκολιών, έχουν ερευνηθεί και στηρίζονται από επιστημονικά δεδομένα. Κάποια προγράμματα όμως, όπως η εστιασμένη στο τραύμα ΠΘ ή το κυνήγι του θησαυρού, παρότι υποσχόμενα και με ενθαρρυντικά στο παρόν ευρήματα, στερούνται επαρκών ερευνητικών στοιχείων τεκμηρίωσης της αποτελεσματικότητάς τους.

Το πρόγραμμα Friends είναι από τα λίγα που, με κατάλληλες τροποποιήσεις, απευθύνεται στο μεγαλύτερο ηλικιακό εύρος συμμετεχόντων (4-16 ετών). Ωστόσο, κάποια άλλα προγράμματα, όπως τα προγράμματα για την διαχείριση κι αντιμετώπιση της επιθετικότητας, απευθύνονται κυρίως σε εφήβους. 

Επιπρόσθετα, ενδιαφέρον παρουσιάζει να δούμε ποια από αυτά τα προγράμματα μπορούν να εφαρμοστούν, με κατάλληλες τροποποιήσεις, και σε παιδιά που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού. Για την θεραπεία αλληλεπίδρασης παιδιού –γονέα (PCIT), έχει πραγματοποιηθεί έρευνα που δείχνει την επιτυχή προσαρμογή του προγράμματος στον συγκεκριμένο πληθυσμό (53), ενώ αντίστοιχες έρευνες φαίνεται να μην έχουν πραγματοποιηθεί για τα υπόλοιπα προγράμματα που παρουσιάστηκαν.

 Επομένως, μελλοντικές έρευνες θα μπορούσαν να στραφούν στην ανάπτυξη περισσότερων θεραπευτικών προγραμμάτων ΓΣΠΘ, που να απευθύνονται σε μεγαλύτερο ηλικιακό εύρος παιδιών και σε μεγαλύτερο εύρος διαταραχών. Όσα περισσότερα παιχνίδια και τεχνικές παιχνιδιού διαθέτει ένας ΓΣ θεραπευτής, τόσο πιθανότερο είναι να διαλέξει το κατάλληλο παιχνίδι ή την κατάλληλη τεχνική για να βοηθήσει το παιδί λαμβάνοντας υπόψη τις εξατομικευμένες ανάγκες του.

 

Πηγή: ΓΝΩΣΙΑΚΗ – ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ & ΘΕΡΑΠΕΙΑ TΟΜ. 3, TΕΥΧ. 1, ΣΕΛ. 31-40, 2017